Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

Νοσταλγία και σκέψεις για την ΄γεννήτορα πόλη που έχασα



Ένα σούρουπο θλιμμένο τα θυμήθηκα όσα ζήσαμε παλιά στην γειτονιά και λυπήθηκα. Χρόνια πολλά πρίν στην γειτονιά υπήρχαν μικρά σπιτάκια με ανθοστόλιστες αυλές
.
alt


Τα σπίτια ήταν το ένα δίπλα στο άλλο. Στην γειτονιά υπήρχε το καφενείο, ένα μπακάλικο, μία ταβέρνα , ένας φούρνος και άλλα μικρότερα μαγαζιά. Ανάμεσα στα σπίτια υπήρχαν χωματόδρομοι όπου κάθονταν στις άκρες σε κάτι πλατειές πέτρες οι γηραιότεροι μόλις σουρούπωνε. Οι χωματόδρομοι το καλοκαίρι σαν φυσούσε ο αέρας σήκωναν σύννεφα σκόνης ενώ τον χειμώνα γεμάτες λακκούβες και λάσπες λέρωναν τα παπούτσια των περαστικών. Υπήρχαν και μικρά πετρόχτιστα καλντερίμια τα σοκάκια. Ήσαν συνήθως ανηφορικά λιθόστρωτα με πέτρες που προεξείχαν για να μην γλιστρούν ειδικά τον χειμώνα οι περαστικοί .Τα πρωινά γέμιζε η γειτονιά παιδικές φωνές και προσωπάκια που πήγαιναν στο δημοτικό σχολείο. Ο αέρας μοσχοβολούσε φρεσκοψημένο ψωμί από τον φούρνο. Τα απογεύματα ελάχιστοι ήσαν οι διαβάτες ενώ σιγά σιγά το σκοτάδι έδινε την σκυτάλη στην σιγαλιά της νύχτας. Το μόνο που ακουγότανεκείνες τις ώρες ήταν το κελάρισμα του ποταμιού  με το θρόισμα των βελανιδιών από το βουνό απέναντι. Στους χωματόδρομους ελάχιστα αυτοκίνητα υπήρχαν πέραν κάποιων οικονομικά ευκατάστατων νοικοκυραίων η επαγγελματιών. Το κύριο μεταφορικό μέσο ήταν ιππήλατες άμαξες ( κάρα τα λέγαμε) , τα άλογα και τα γαϊδουράκια. Υπήρχε από τότε το τραίνο που σφύριζε στον σταθμό και τα άκουγα ίσα με το πατρικό μου. Αρκετοί στην γειτονιά είχαν στις αυλές τους άλογα και γαιδουράκια για να πηγαινοέρχονται στα χωράφια η στις δουλειές τους. Οι περισσότεροι της γειτονιάς μετακινιούνταν με τα πόδια .Ομορφη ήταν τότε η γειτονιά.
Τις Κυριακές γέμιζε η εκκλησία της ενορίας από κόσμο. Μετά οι άνδρες πήγαιναν για να πιούν καφέ η τσίπουρα στο καφενείο. Οι γυναίκες με τα κορίτσια πήγαιναν να ετοιμάσουν το Κυριακάτικο τραπέζι της οικογένειας . Εμείς τα αγόρια τρέχαμε να παίξουμε σε μια αλάνα της γειτονιάς η να ψαρέψουμε στο ποτάμι. Τα Σάββατα γινόταν το καθιερωμένο παζάρι της γειτονιάς .Απο νωρίς τα χαράματα ερχόντουσαν με γαϊδουράκια οι αγρότες της περιοχής για να πουλήσουν τα προϊόντα τους μέσα σε καλαμόπλεκτα καλάθια ενώ παραδίπλα οι ζωέμποροι πουλούσαν την ζωική πραμάτεια τους. Γυναίκες με παραδοσιακές στολές( λιγότερο οι άνδρες) πηγαινοέρχονταν στην γειτονιά προς το παζάρι ενώ νοικοκυρές αγόραζαν τα αναγκαία για το σπίτι. Το καφενείο γέμιζε συνήθως από συνταξιούχους η άνδρες μικρότερης ηλικίας. Οι γυναίκες δεν είχαν καιρό για χασομέρια ενώ τα παιδιά δεν σύχναζαν εκεί μέσα Παρόλα αυτά οι «κοινωνικές αναλύσεις» ( κουτσομπολιά) , τα προξενιά , η ανταλλαγή ειδήσεων , συνταγών μαγειρικής τέχνης των γυναικών όποτε είχαν ευκαιρία «έδιναν και έπαιρναν» είτε κατά την συνάθροιση των σε σπίτια είτε τα καλοκαιρινά βραδάκια έξω στην γειτονιά. Τον χειμώνα οι οικογενειακές «συνελεύσεις» διεξάγονταν γύρω από την σόμπα η το τζάκι του κάθε σπιτιού. Ο παππούς με την γιαγιά κοντά στο τζάκι , λίγο παραδίπλα ο πατέρας με την μητέρα συζητούσαν και εμείς τα παιδιά ξάπλα στις φλοκάτες παίζαμε σαν τα γατάκια.
Αργότερα στην γειτονιά ήρθε ένα στρατόπεδο Γέμιζε μαζί με εμάς τους νεαρούς ο κεντρικός χωματόδρομος αξιωματικούς , φαντάρους όπου διεξαγόταν τα Σαββατοκύριακα η στις αργίες ένα άτυπο νυμφοπάζαρο με τις κοπέλες να σουλατσάρουν σαν τις ..πεταλουδίτσες πάνω κάτω. Δεν ήσαν λίγοι εκείνες και εκείνοι που από το νυμφοπάζαρο κατέληξαν νεόνυμφοι στην εκκλησία Το ίδιο συνέβη και όταν ήρθαν πολλοί σπουδαστές όταν άνοιξαν οι ανώτατες σχολές στην γειτονιά Στην πορεία άνοιξαν πολλές μικρές βιοτεχνικές μονάδες εμπειροτεχνητων όπως μαγαζια τσαγκάρηδων, ράφτες,σιδηρουργοί, επισκευαστές ομπρελών,υποδηματοποιοί , επιγραφοποιοί , κλειδαράδες, τυπογράφοι κα .Ολοένα νέοι άνθρωποι έρχονταν από άλλες γειτονιές η τα χωρια και η «ανθρωπογεωγραφία» της γειτονιάς άλλαζε φέρνοντας μαζί τους νέα ήθη, νέες συνήθεις, νέες τέχνες νεες «κουλτούρες». Ήρθαν Τράπεζες , ιδρύθηκαν νέες δημόσιες υπηρεσίες, λέσχες , συνδικάτα, σύλλογοι υπαλλήλων, εργατών , οικοδόμων, εργατικό κέντρο και κατοικίες. Τότε ασφαλτοστρώθηκαν οι κεντρικοί χωματόδρομοι, φτιάξαμε ωραία πλατεία άνοιξαν ξενοδοχεία, εστιατόρια, θέατρα, σινεμάδες, καφετέριες, μοντέρνα μπάρς κ.α. Ανθούσες γειτονιά μας.
Η γειτονιά έγινε πυκνοκατοικημένη δεν χώραγαν όμως τόσοι πολλοί σε μικρά σπιτάκια. ¨Ηρθε μετα η «μόδα της αντιπαροχής» και στην θέση των μικρών σπιτιών ανυψώθηκαν άψυχα κτήρια ψηλά κατασκευασμένα από τούβλα , τσιμέντα , μπετα και σίδερα.¨ Ηταν η εποχή της «οικοδομικής επανάστασης» όπου το όνειρο του καθενός ήταν ένα «διαμέρισμα σούπερ λούξ με λουτροκαμπινέ» σε πολυκατοικία. Γέμισαν οι δρόμοι αυτοκίνητα, οι άνθρωποι ξέχασαν να περπατάνε. Στα χωριά ξέχασαν οι νέοι το επάγγελμα του γεωργού η του βοσκού , ενώ άλλοι φύγαν η μας ήρθαν απ τα ξένα Τα χωριά ερήμωσαν κι αυτά αντι να μυρίζουν φράουλες μήλα τυρια άχυρα φρεσκοργωμένη γή ή φρέσκια κοπριά γεμίσαμε γαλλικά αρώματα , αιθαλομίχλη, καρκίνους αλλά και περισσότερα μνήματα στο νεκροταφείο της γειτονιάς μας Επίσης οι άνθρωποι ξέχασαν να μιλάνε μεταξύ τους παρα μέσα από τα κινητά, τα ασύρματα τα τρανζίστορς , τα ράδια και τα γουάι φάι ίντερνετ .¨Ηταν η εποχή της «ψηφιακής επανάστασης». Τελευταία αφού γύρισε όλο τον πλανήτη εγκαταστάθηκε στην γειτονιά με εργοστάσια η ορυχεία και η «βιομηχανική επανάσταση» Πλάκωσαν λοιπόν σαν πολλές «επαναστάσεις» μαζί με όλα τα όρνεα απανταχού της γής κι όμως εδώ στην παλια την γειτονιά μας. Αγνώριστη έγινες γειτονιά μας ...
Ένα μόνο απαράλλαχτο παρέμεινε απότα παλιά στην γειτονιά Εκείνο το περίπτερο που πουλάει όπως τα λέγαμε«μπατηρόσπορα» (λιόσπορα - κολοκυθόσπορα) που αγοράζουμε κατά την έξοδο μας στην γειτονιά.Σιγοσβήνεις αγαπημένη γειτονιά μου



Ξημέρωνε στον ρυτιδιασμένο ορίζοντα της γειτονιάς μου καθώς οι αναμνήσεις, οι σκέψεις μαζί με την νοσταλγία επάνω απο την ομίχλη έσβηναν για πάντα σάν εκείνα πέρα τ΄ αστέρια του πρωινου ....