Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Αναμνήσεις Discoteque Luna Park Cinema Καφετέριες & Φαγάδικα




Δεκαετία 1980
Οδοιπορικό χρονογράφημα αναμνήσεων
 
 
 
Γράφει Λάζος ο βουνίσιος. .
  
Αποτέλεσμα εικόνας για βουνισιος χρονογραφημα  ΝΤΙΣΚΟΤΕΚ Ένα σημαντικό κομμάτι της νυχτερινής διασκέδασης στην πόλη μας πρίν …. «λίγα χρόνια» (σιμά στις 2 δεκαετίες) ήταν οι ντισκοτέκ .Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 υπήρχαν τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης της τότε νεολαίας ( σημερινοί 45άρηδες -50άρηδες και άνω) όπου τα Σαββατο-Κύριακα ή στις αργίες γέμιζαν ασφυκτικά πολύ κόσμο. Η Disco μουσική μόδα της εποχής εκείνης είχε εδραιωθεί σαν ένας νέο εισαγόμενος τρόπος ζωής των τότε νέων στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι ντισκοτέξ ( δισκοθήκες στα ελληνικα) ήταν ειδικά διαμορφωμένοι χώροι νυχτερινής διασκέδασης με πίστες χορού, τραπεζοκαθίσματα, κουπέ πολυθρόνων,πάγκους με σκαμπό και χαρακτηριστική ένταση φωτισμού –ήχου. Το μουσικοχορευτικό πρόγραμμα άρχιζε στις 10.30 με 11.00 το βράδυ και τελείωνε στις 3 τα ξημερώματα. Εφηβικές παρέες και μεγαλύτεροι σε ηληκία αφού προηγουμένως στην έξοδο τους είχαν πάει στις ελάχιστες καφετέριες , σινεμά ή μπιλιαρδάδικα , δίναν ένα άτυπο νυχτερινό ραντεβού στις ντισκοτέξ της πόλης στην Φλώρινα .Στήν είσοδο μας περίμενε ο «πορτιέρης» ο οποίος έλεγχε τους εισερχόμενους ( κάτι σαν τα σημερινά σεκιούριτι –φέις κοντρόλ) εάν ήταν «άνω των 17 ετών» σε ηληκία μια και η είσοδος σε ανήλικους απαγορευόταν αυστηρώς από την αστυνομία πόλης η οποία έκαμνε συχνούς ελέγχους και μάζευε τα «μικρά» με το ανάλογο πρόστιμο στους ιδιοκτήτες- ακόμη και με σφράγισμα του μαγαζιού . Εν συνεχεία εισερχόμασταν σε ένα πολύχρωμα φωτισμένο ημισκότεινο περιβάλλον και η παρέα καθόταν σε ένα πριβε τραπέζι η με την βοήθεια των σερβιτόρων ψάχναμε να βρούμε έστω και σε σκαμπό να καθίσουμε. Συνήθως οι περισσότεροι στέκονταν όρθιοι ή σε κάποια γωνιά του μπάρ. Το ντίσκο πρόγραμμα εναλλάσσονταν από χορευτικά ημίωρα σε ήπιες ντίσκο μπαλάντες όπου τα ερωτευμένα ζευγαράκια «χόρευαν σφιχταγκαλιασμένα τα μπλούζ τους». Οι λοιποί κάμναν ένα διάλλειμα να πιούν ένα ποτό, να ξεϊδρώσουν από τον έντονο ντίσκο χορό μέχρι να ξαναρχίσει το έντονο μουσικοχορευτικό πανδαιμόνιο στην πίστα με τους πολύχρωμους φωτισμούς. Σε μία γωνιά της πίστας υπήρχε ειδικά διαμορφωμένος χώρος σαν εξώστης για τον δισκοθέτη ( disc jockey – dj) ο οποίος επέλεγε δίσκους να παίξουν στα πικάπ , εκτελούσε παραγγελίες τραγουδιών από τους πελάτες.¨ Ηταν επιφορτισμένος με την μουσική διακόσμηση της βραδιάς κι έπρεπε να είναι καλά ενημερωμένος για τις ντισκο εξελίξεις , τεχνικά θέματα ήχου κ.α.. Από τα πικάπ δια μέσω ισχυρών ενισχυτών ήχου και ηχείων οι ντίσκο επιλογές δονούσαν τα αυτιά μας σε σημείο να μην μπορούμε να συνομιλήσουμε με τον διπλανό μας. Δεν υπήρχε περίπτωση από τις επιλογές του ντισκτζόκευ να μην σηκωθείς να χορέψεις στην πίστα. Εάν η παρέα ήταν «σόλο-σολαρία » ,μόνο αγόρια δηλαδή ,επιδίδονταν στο γνωστό...« καμάκι» προς τις νεαρές κοπέλες. Κάτι σαν ένα μοντέρνο ντισκο-νυμφοπάζαρο που ήταν πολύ θα έλεγα της μόδας τότε.Μέχρι και σύλλογος "τα καμάκια της φλώρινας" υπήρχε τότε με αρχηγό τον διάσημο στο εσωτερικό και ..εξωτερικό Μανόλο.... Ήταν τότε που μεσουρανούσε ο δικός μας , ο Γιάννης Φλωρινιώτης στο μουσικό πόπ Ελληνικό στερέωμα ώς ο σούπερ σταρ της εποχής εκείνης ..Το ντύσιμο ακόμη και το χτένισμα ήταν κυριλέ σοβαρό κουστούμι με τους γιακάδες έξω από το σακάκι κάτι μεταξύ ΤζόνιΤραβόλτα –Έλβις Πρίσλει η δερμάτινων με μπλου τζιν ενδυμασία ροκάδων τραγουδιστών της εποχής. Τα γκαρσόνια φορούσαν μαύρο παντελόνι με άσπρο πουκάμισο .Ανάμεσα σε αυτούς γνώρισα και τον επίσης διάσημο.... Μπούμπη όπου δουλέυαμε μαζί κάτι καλοκαίρια σε γνωστή καφετερία στην πλατεία (σημερινό Libery caffe) . Πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στο πλήθος κάμνοντας συχνά ακροβατικούς ελιγμούς με τον δίσκο σερβιρίσματος στο ένα χέρι εάν επρόκειτο για πεπειραμένους επαγγελματίες ή τον κρατούσαν με τα δύο χέρια εάν επρόκειτο για αρχαρίους ή ερασιτέχνες που δούλευαν για το χαρτζιλίκι τους. Οι σερβιτόροι ήταν όλα αγόρια , επαγγελματίες, κι έβγαζαν ευκαταφρόνητο νυχτοκάματο εάν συνυπολογίσεις τα φιλοδωρήματα «εύπορων» πελατών. Το «μενού» στο τιμοκατάλογο πλάι σε ένα τασάκι περιελάμβανε εκτός από στραγάλια φυστίκια ή κομμάτια μήλου με κανέλα , από αναψυκτικά , κοκακόλες μέχρι κονιάκ, ουίσκι , βότκες ή φιάλες αφρώδους οίνου για τους..εορτάζοντες . Ο πάγκος με τα ποτά ήταν το στρατηγείο της ντίσκο επιχείρησης όπου συνήθως καθόταν ένα πεπειραμένο αγόρι ο «μπάρμαν» και ετοίμαζε τις παραγγελίες ποτών ή κοκτέιλ που μετέφεραν τα γκαρσόνια. Στα ελκυστικά φωτισμένα ράφια υπήρχαν όλων των ειδών γεμάτα μπουκάλια κάθε μάρκας ποτών .Στην ταμειακή μηχανή καθόταν ο ιδιοκτήτης όπου έκαμνε τον κεντρικό λογιστικό έλεγχο για να μην τον κλέβουν οι σερβιτόροι ή έκαμνε την σούμα πρίν κλείσει η ντίσκο. Μία κοπέλα ή ένα αγόρι σε ένα μικρό χώρο παραπέρα έπλενε τα ποτήρια , καθάριζε τις τουαλέτες και το μαγαζί νωρίς το πρωί την επομένη ή μετέφερνε τις κάσες ποτών από την αποθήκη . Μέσα στον πανζουρλισμό των ήχων, των χρωμάτων και άφθονης …καπνίλας οι ώρες κυλούσαν χορεύοντας , πίνοντας ή απλά απολαμβάνοντας ντίσκο επιλογές καθισμένοι σε ένα σκαμπό του μπάρ. Οι έρωτες των ζευγαριών της εποχής διεξάγονταν συχνά στο ντίσκο νυμφοπάζαρο ανάμεσα σε φωτο-ρυθμικούς ήχους ,πολύχρωμη ένταση και έντονα ντεσιμπέλ να δονούν τον χώρο. Συχνά λόγω υπερφόρτωσης του ηλεκτρικού δικτύου ο ιδιοκτήτης φρόντιζε να έχει σε ετοιμότητα έναν προσωπικό τεχνικό ηλεκτρολόγο δια την επιδιόρθωση των βλαβών. Δεν έλλειπαν και οι μικροκλοπές ανάμεσα στο κομφούζιο των ντισκο όπου επιτήδειοι μας έκλεβαν αναπτήρες, πακέτα τσιγάρων, πορτοφόλια μέχρι και… ρούχα!.Θυμάμαι ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς όπου κάποιο «καλόπαιδο-αλητόπαιδο» μου είχε κλέψει το αγαπημένο δερμάτινο μπουφάν μου με αποτέλεσμα να επιστρέψω στο σπίτι χωρίς αυτό μέσα στην παγωνιά και στα χιόνια… Όταν τελείωνε το πρόγραμμα στις 3 το πρωί, ο ντισκ-τζόκει από το μικρόφωνο ευχαριστούσε ευγενικά και παρακαλούσε να αποχωρήσει σιγά σιγά ο κόσμος από την ντίσκο. Εν συνεχεία μπουλούκια νεαρών επιστρέφαμε στο σπίτι με τα πόδια , οι πιο τυχεροί με ταξί ή με τα μηχανάκια και από τα τραγούδια , τα μαρσαρίσματα μοτοσυκλετών , τις φωνές ή τις..κραυγές ξεσηκώναμε τον κόσμο. Πολλοί μεθυσμένοι κατέληγαν για πλύση στομάχου στο νοσοκομείο η τραυματισμένοι από τροχαία ατυχήματα λόγω βλακείας –μέθης. Ένας θυμάμαι καθώς κατέβαινε την κατηφόρα με την μηχανή από την ντισκο μπλάκ ρέντ (σημερινό μπαρ καφέ «οδός ονείρων») , καρφώθηκε σε δένδρο , άλλος έπεσε μέσα στο ποτάμι, έναν άλλον τον είχα συναντήσει ξαπλωμένο ανάσκελα να ..κοιμάται μεθυσμένος στα χιόνια, άλλος με το αυτοκίνητο είχε χωθεί μέσα σε ένα ξυλουργείο , άλλος με το μοτοποδήλατο του είχε μπεί μέσα σε μία βιτρίνα καταστήματος. ……Πολλά παρόμοια κωμικο-τραγελαφικά συμβαίνανε αλλά και περιορισμένης έκτασης έκτροπα με άγριες συμπλοκές μεταξύ αγοριών ή εφηβικών ομάδων … Αξίζει να αναφέρω ότι στην ντίσκο μπλού ντρίμ ( σε σημερινό κατάστημα επι της οδού 7ης Νοεμβρίου είσοδος πόλης-βενζινάδικα) είχε προγραμματισθεί μέχρι και διοργάνωση καλλιστείων. Την νύχτα εκείνη είχε ξεσηκωθεί ο κόσμος της εκκλησίας στο πόδι και οι ημίγυμνες μοντέλες τελικά δεν τόλμησαν να κάνουν την πασαρέλα τους εμπρός στον ανδρικό πληθυσμό της πόλης Στην ίδια ντίσκο είχαν διοργανώσει και μνημόσυνο φίλοι του Έλβις Πρίσλει την ημέρα θανάτου του. Μας χάριζαν λουκούμια στην είσοδο και ο ντισκτζοκει έπαιζε δίσκους του Έλβις με μπαλάντες η χορευτικά ροκεντρόλ κομμάτια. Υπήρχαν συνήθως μεσοβδόμαδα , νύχτες των κυριών( λέιντιζ νάιτς το λέγαμε στα εγγλέζικα) , όπου η είσοδος στις κοπέλες ήταν δωρεάν είτε γιατί δεν είχαν κόσμο είτε είχαν καταντήσει μοντέρνα ανδρικά… καφενεία .Στις ντίσκο διοργανώναμε στην Γ΄Λυκείου αποκριάτικους χορούς και σχολικά πάρτι προκειμένου να συγκεντρώσουμε χρήματα για την πενταήμερη εκδρομή για την ….Κέρκυρα. Άλλες ντίσκο σήμα κατατεθέν της εποχής μου ήταν η μπλάκ-ρέντ ( σημερινο μπαρ καφέ οδος ονείρων ), η ποπάι-αντζελ σε υπόγειο της οδού Σαρανταπόρου , η ντίσκο 86 στην περιοχή του Σιδηροδρομικου Σταθμου , η ντίσκο του Στάκα στο νέο πάρκο , η ντίσκο apples κάτω από το νοσοκομείο , η ντίσκο λαμουρ δίπλα από τα μπιλιαρδάδικα του Καλικράγα και η ντίσκο Ολύμπιον σημερινό σούπερ μάρκετ σε πάροδο του κεντρικού πεζόδρομου .Ντίσκο υπήρχαν στην Μελίτη η ντισκο Λουάννα και στην Βεύη η ντισκο λαμούρ όπου εξορμούσαμε από την πόλη τα καλοκαιρινά βράδια με τα μηχανάκια .Οι γνωστότερες καφετερίες και παμπ της εποχής ήταν το σαβόι, το γιέστερντέι, η ζαζα, η αγκέλικα, το «καράβι¨, η 4711, Καφέ Ρεγγίνα, καφέ Άδωνις, το μικρό καφέ –αμερικάνικο Ρασάικου Ηλία σημερινό liberty caffe, οι καφετερίες αφών Σολάκη, ο μπούλης ,καφετεριες –ζαχαροπλαστεία όπως η βιολέττα, το έντελβαις , το καφέ Παλλάς, η Λίπς,μπαράκια το Μονοπώλιο , το The end ίσως και άλλες που διαφεύγουν της μνήμης μου. Μπιλιαρδάδικα ποδοσφαιράκια TVGames γνωστά ήταν του Καλικράγα, του Σπυρομήλιου, του Πισπιλίκου, του Γιώργου Ροντέο, του Παναγιώτη και ένα κατάστημα για ρόλερ πατίνια στην ανηφόρα από το Ξενοδοχείο Αντιγόνη προς το σημερινό άλτερ έγκο. Δισκοπωλεία που πουλούσαν δίσκους κασέτες ντισκο με ρόκ μέχρι και δημοτικά τραγουδια ήταν του κ.Ταρενίδη, του κ.Χαραλαμπίδη και του Προκόπη από όπου εφοδιαζόμασταν κασσέτες η δίσκους κατόπιν παραγγελίας με τις τελευταίες ντίσκο η ροκ επιτυχίες για να τις ακούσουμε εν συνέχεια στα μαγνητόφωνα ή πικάπ των σπιτιών μας. Μερικά χαρακτηριστικά ντίσκο – ποπ-ροκ συγκροτήματα της εποχής ήταν john Travolta &Olivia newton john,donna ,symmer, Kiss, Diana ross, abba, boney-m, patrique henradez,city,Amanda lear,raffaela carra,albano and romina power,lipps inc, whintey Houston, Barbara streizant, tina tuner, syndi loper, Μadonna, michel jackson, Gloria Estefan, Gloria gaynor, billy ocean, rick astley, bonnie tyller, Samantha fox, berlin, Frankie goes to hollywood,Sabrina, art company,Gerald neonorman,;Alpha ville, Europe, asia, wham, spadeu ballet, yazoo, culture club, cure, depenche mode, david bowie, billy idol,roy orbison, bruce springstin, eyrythmics,modern talking, black και άλλα πολλα συγκροτήματα που ακούγαμε στις ντίσκο της εποχής εκείνης…. Η ντίσκο όπως προείπα ήταν μια μουσική μόδα στην πόλη μας. Η μουσική βιομηχανία διασκέδασης και θεάματος φρόντισε με τον τρόπο αυτό να “ταίσει” πολλούς επαγγελματίες του κλάδου της νυχτερινής διασκέδασης- ψυχαγωγίας ακόμη και στο τομέα ένδυσης όπου δημιουργήθηκαν οι πρώτες μπουτίκ μοντέρνων ανδρικών η γυναικείων ρούχων. Στα μέσα προς τέλητου 1980 άρχισε να σβήνει η μόδα των ντισκοτέξ οι οποίες σιγά σιγά μετατρέπονταν σε μπουζουξίδικα ή έκλειναν για να ανοίξουν σούπερ μάρκετ η άλλης εμπορικής δραστηριότητας καταστήματα. Μόλις έσβησε η μόδα της ντίσκο χάθηκαν πολλές θέσεις εργασίας , μειώθηκαν οι παραγγελίες στις κάβες ποτών, έκλεισαν αρκετά δισκάδικα και παρεμφερείς επιχειρήσεις . Η ντίσκο ήταν πράγματι μία επικερδής κερδοφόρα οικονομική επιχείρηση σε όλο τον κόσμο επιβάλλοντας έναν Νέο Τρόπο διασκέδασης στους φάν τους είδους σε όλο τον κόσμο . Στις ντισκοτέξ οι μέν διασκέδαζαν , χόρευαν, μεθούσαν , γιόρταζαν , ερωτεύονταν ,κάμναν τα…. καμάκια τους και οι δε όσοι επένδυσαν στις ντισκοτέξ αποκτούσαν ένα αξιοσέβαστο εισόδημα με αρκετά έξοδα λειτουργίας. Με 200 δραχμές στα μέσα της δεκαετίας του 80 αγόραζες ένα πακέτο τσιγάρα, έναν αναπτήρα, ένα ποτό στην ντίσκο και ένα πρόχειρο φαγητό αργά την νύχτα στα ξενυχτάδικα πατσατζίδικα ή φαστφουντάδικα της εποχής. Κάνοντας μία πρόχειρη σύγκριση με τα.. «ορθάδικα νάιτκλάμπ»( σύμφωνα με την ορολογία των νέων) του σήμερα στην πόλη μας κατέληξα ότι η σημερινή νεολαία είναι δυστυχισμένη στον τομέα αυτό Ούτε χορεύει, μόνο ακούει, ούτε διασκεδάσει όπως διασκεδάζαμε εμείς κάποτε, κάθονται βουβοί όρθιοι με ένα ποτό στο χέρι και παθητικά με τον τρόπο αυτό λένε ότι…….διασκεδάζουν. Σήμερα το χαρτζιλίκι που έχουν τους φτάνει μετα βίας να πιούν ένα νέσκαφέ στην πλατεία ή να φάνε μία κρέπα ή πίτα με σουβλάκι. Σήμερα που τα «έχουμε όλα εκμοντερνίσει (χάσει) η νεολαία μας έχει χάσει τα πάντα». Αυτή ήταν η εποχή των παλιών ντισκοτέξ της πόλης των 70s -80s στην Φλώρινα όπως τις βίωσα προσωπικά στην Φλώρινα .Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια μα οι ωραίες αναμνήσεις παραμένουν στο νού μας σαν εκείνες τις κιτρινισμένες αφίσες του Τζόνι Τραβόλτα και του ΜπρούςΛι που είχα κρεμασμένες στο δωμάτιο του πατρικού μου. Φυλαγμένα μυστικά –"σουβενίρ μίας άλλης εποχής" χωρίς επιστροφή – άγνωστης ή ..κιτς για τους σημερινούς νεολαίους των νάιτς κλάμπ (ορθάδικων). Καθείς με την γενιά του και τις αναμνήσεις του για να μην ..πολυγκρινιάζουμε
ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ
Το έτος 1968 έκαναν την εμφάνιση τους στην Φλώρινα τα πρώτα ηλεκτροκίνητα αυτοκινητάκια των λούνα πάρκ που ξετρέλαναν μικρούς και μεγάλους σε μία εποχή η οποία δεν διαφέρει και πολύ θα έλεγα από την σημερινή. Ήταν τότε που η αγορά αυτοκινήτων ήταν απαγορευτική για τις πλατιές λαϊκές μάζες.Κάθε φθινόπωρο μετά το εμπορικό πανηγύρι στο Αμύνταιο ανηφόριζαν οι ιδιοκτήτες λούνα πάρκ στην Φλώρινα. Διέμεναν από αρχές Οκτωβρίου μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου σε διάφορες αλάνες της πόλης. Αρχικά τα λούνα πάρκ ήταν στην παλιά δημοτική αγορά στο Βαρόσι ( σημ. κτήριο ΦΣΦ Αριστοτέλης) αργότερα στο αναψυκτήριο Σ.Σ.- «κάτω μπουάτ»- σε ένα λιβάδι άτυπο γήπεδο ποδοσφαίρου ( σημ. συγκρότημα μοντέρνων πολυκατοικιών – Δ.Ο.Υ. Φλώρινας) μετέπειτα σε ένα οικόπεδο πλησίον του σημερινού άδειου κτηρίου του πρώην οικοτροφείου θηλέων – παρθεναγωγείο «Αγία ¨Όλγα» του συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Οι ιδιοκτήτες των λούνα πάρκ πλήρωναν ενοίκιο στον Δήμο και άπλωναν τις εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας που μετέφερναν με ειδικά φορτηγά –συρόμενα καμιόνια. Τα λούνα πάρκ συμπεριελάμβαναν κιόσκια με τους «5 κρίκους ένα τάληρο» , για σκοποβολή, για χειροσφαίριση ρήψεως τενεκεδακίων όπως και μεγαλύτερα μηχανήματα, η «μπαλαρίνα», ο «μύλος», το «ταψί» , τα «αεροπλανάκια», τα «τραινάκια», το «καρουζέλ», ο «γύρος του θανάτου» και τα ηλεκτροκίνητα αυτοκινητάκια τα οποία έκλεβαν την παράσταση και μας είχαν ξετρελάνει ( «κουρσάκια- τράκες» τα λέγαμε) Την εποχή των 70s μέρος της ψυχαγωγίας των ανηλίκων μαθητών της πόλης ήταν τα «κουρσάκια» των λούνα πάρκ . Ο κύριος λόγος ήταν η αυστηρότατη απαγόρευση εισόδου ανηλίκων στα σφαιριστήρια (μπιλιαρδάδικα τα λέγαμε ) στα πρώτα καταστήματα TV GAMES (ουφάδικα τα λέγαμε )ακόμη και στα καφέ μπάρ ή στις πρώτες ντισκοτέξ της πόλης ( 1978-1979).Δέν διέφεραν από τα σημερινά συγκρουόμενα αυτοκινητάκια των λούνα πάρκ. Το ωράριο λειτουργίας τις καθημερινές άρχιζε στις 7 το απόγευμα και τελείωνε στις 12 τα μεσάνυχτα. Κυριακές λειτουργούσαν και το πρωί 11 με 2 το μεσημέρι όπως και μετά τις εθνικές παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου ( Εθνική επέτειος του ΟΧΙ το 1940)– 7ης Νοεμβρίου ( Ελευθέρια Φλώρινας) Ενθυμούμαι έναν επιχειρηματία, τον Αποστόλη, που έρχονταν κάθε χρόνο από την Ξάνθη . Έστηνε το λούνα πάρκ μέσα σε μία ημέρα πρώτα τους τάκους, την «πίστα οδήγησης», την σιδερένια κατασκευή, το χαρακτηριστικό δίχτυ και την οροφή με μουσαμάδες… Περιμετρικά υπήρχε κατασκευή με σανίδια για τους όρθιους θεατές και σε μία πλευρά της ορθογώνιας παραλληλογράμμου πίστας στάθμευε ένα παλιό πούλμαν όπου λειτουργούσε ως ταμείο και ως χώρος ξεκούρασης του προσωπικού. Από ένα παράθυρο ο Λάκης όπως τον ξέραμε, πουλούσε τις χαρακτηριστικές «μάρκες» οι οποίες κόστιζαν αρχικά ένα εικοσάρικο ( 20 δρχ ) μετέπειτα ένα πενηντάρικο ( 50δρχ). Ο Λάκης πέραν από χρέη ταμία επέλεγε τους δίσκους στο πικάπ με μοντέρνα πόπ τραγούδια της εποχής τα οποία ακούγαμε από δύο τεράστια ηχεία που ήταν τοποθετημένα στην οροφή του πούλμαν. Στα πλαϊνά του παράθυρου –ταμείου είχε αναρτημένα δύο ζωγραφισμένα γιγαντοπανό με ρόκ συγκροτήματα των beatles από αριστερά και των ΚΙss από δεξιά . Από αυτόν αγοράζαμε τις μάρκες τις οποίες τοποθετούσαμε σε ειδική σχισμή του ηλεκτροκίνητου αυτοκινήτου αμέσως μόλις ακουγόταν το κουδούνι εκκίνησης της «βόλτας». Δέναμε ένα λουρί στην μέση μας δίκην ζώνης ασφαλείας και ένας λαστιχένιος αεροθάλαμος μας προστάτευαν από τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις. Αγαπημένο μου όχημα ήταν ένα σιέλ αυτοκινητάκι με τον αριθμό 12 το οποίο εί χε αληθινό τιμόνι αυτοκινήτου και στο δάπεδο δύο πεντάλ , ένα φρένου και ένα επιτάχυνσης , το γνωστό «γκάζι». Στις γυροβολιές στην πίστα οι συγκρούσεις , οι κραδασμοί, οι φιγούρες , οι φωνές, τα μποτιλιαρίσματα αλλά και οι κόντρες ήταν αμέτρητες. Συχνά ο Λάκης έκαμνε διαγωνισμό οδήγησης και όποιος οδηγός δεν συγκρουόταν με άλλο όχημα κέρδιζε μία …μάρκα δηλ άλλη μία βόλτα. Εκεί πολλοί από εμάς μάθαμε υποτυπωδώς θα έλεγα να οδηγούμε απο μικρή ηληκία. Ήταν και η εποχή της μόδας της Ντίσκο …Ο Λάκης του Λούνα Πάρκ ήταν πάντα ενημερωμένος με τα της εποχής. Είχε βάλει μάλιστα και μία γυάλινη ντίσκο μπάλα με ψηφιδωτά καθρεφτάκια πάνω από το γνωστό δίχτυ συγκρουόμενων και με χαμηλό φωτισμό –απαλή μουσική έκλεινε το πρόγραμμα αργά τα μεσάνυχτα .¨Όταν τα κέρματα και τα χαρτζιλίκια που μαζεύαμε όλη την εβδομάδα τα ξοδεύαμε σε λίγα λεπτά της ώρας στεκόμασταν στα σανίδια και απολαμβάναμε τις pop-rock επιλογές του Λάκη όπως Βoney-M , ABBA ,ΒEE GEES αλλά εκείνο το …. Born to be Alive του Patrique hernadez (ήταν από τότε μέχρι σήμερα το λατρεμένο μου) Στο ευρύτερο χώρο του Λούνα Πάρκ διεξαγόταν ένα άτυπο νυφοπάζαρο ανήλικων όπου δίνονταν τα πρώτα κρυφά ραντεβού και ξετυλίγονταν τα διάφορα εφηβικά φλέρτς των παιδιών της πόλης . Πλανόδιοι μεροκαματιάρηδες με καροτσάκια πουλούσαν ζαχαρωτά όπως το «μαλλί της γριάς» «κοκοράκια» «καραμελωτό μήλο» , ξηρούς καρπούς (πασατέμπο ηλιόσποροι, φιστίκια , στραγάλια) και φυσικά ….«πόπ κόρν» οι γνωστές μας «πούφκες»! Παρέες μεγαλύτερων σε ηλικία έρχονταν μαρσάροντας καβάλα στις πρώτες Ιαπωνικές 1000άρες ή μότο κρός μοτοσυκλέτες εκεί όπου εμείς τα «μικρά» τις … «χαλβαδιάζαμε» σαν υπνωτισμένα ,μετά την πρώτη μαγευτική εμπειρία οδήγησης των συγκρουόμενων αυτοκινήτων του Λούνα Πάρκ. Κάπου εκεί θα σας εξομολογηθώ γεννήθηκε το πάθος μου για τις μοτοσυκλέτες όταν οδήγησα για πρώτη φορά ένα μοτοποδήλατο (με πηδάλια) μάρκας HONDA Camino 49cc ενός φίλου .Εκεί «έφαγα το πρώτο πέσιμο» με αποτέλεσμα επιπόλαιους τραυματισμούς (εκδορές) στα χέρια και στα πόδια. Κάπου εκεί πήρα το «πρώτο μάθημα οδήγησης» στην ζωή μου – το «βάπτισμα του ..πυρός» Όμως δεν το έβαλα κάτω… Οδηγώ ακόμη μοτοσυκλέτα…. Μόλις «πατήσαμε» τα 17 χρόνια και «βγάλαμε αστυνομική ταυτότητα» τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια του λούνα πάρκ ήταν θα έλεγα υποδεέστερη επιλογή ψυχαγωγίας στις εξόδους μας .Μέχρι που χρόνια μετά στο αισθητικό άλσος της Λάρισας ξαναθυμήθηκα την εποχή εκείνη. Το λούνα πάρκ εκείνο ήταν ιδιοκτησίας του Δήμου και αρκετοί πρώην άνεργοι εργάσθηκαν σε αυτό ώστε να αποκτήσουν τον επιούσιο άρτο για την φαμελιά των… Σήμερα το 2013 οι «λουναπαρκιστές» και τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια συνεχίζουν (ευτυχώς) να έρχονται στην ακριτική πόλη μας. Έρχονται συνήθως κάθε άνοιξη στο νέο πάρκο ( παλαιό γήπεδο της πόλης) πλησίον του καφέ-αναψυκτηρίου «η πιάτσα» και πολύ χαίρομαι που βλέπω τα «μικρά παιδιά των 70s» να πηγαίνουν τα παιδάκια ή τα εγγονάκια τους στο λούνα πάρκ συνεχίζοντας έτσι την ευχάριστη αυτή νότα χαράς που βιώναμε τότε- αναγκαία για την σημερινή «νεα εποχή της μαζικής..απελπισίας» .¨Ήταν τέλη της δεκαετίας του 1970…..
 
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ

Η χρυσή περίοδος όπου «γυρίζονταν» συγκινητικές ταινίες ήταν κυρίως στις δεκαετίες του 60 και 70 . Την περίοδο αυτή το φιλοθεάμων κοινό παρακολουθούσε κιν. ταινίες που το πλησίαζαν - το άγγιζαν ψυχολογικά Δεν ήταν λίγες οι φορές όπου το κοινό «συμβίωνε» με το δράμα των πρωταγωνιστών που ξετυλίγονταν στην μεγάλη οθόνη των κινηματογραφικών αιθουσών, γιατί μην λησμονούμε την περίοδο εκείνη ήσαν νωπές οι μνήμες- βιώματα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, την Γερμανική κατοχή αλλα και την μεταπολεμική ξενοκίνητη εμφύλια σύρραξη - ξενοκίνητο Κ/Σ πόλεμο ( ειδικά στην Φλώρινα). Στους παλιούς κινηματογράφους πολλές ήταν μεταξύ άλλων και οι κινηματογραφικές ταινίες οι οποίες αναφέρονταν στην ένδοξη ιστορία της πατρίδας μας
Αρχές της δεκαετίας του 60 μας ξεκινάν επαγγελματικά οι αιθουσάρχες τις προβολές τους στις κινηματογραφικές αίθουσες της πόλης. Εγκαινιάζονται οι κινηματογράφοι ΟΛΥΜΠΙΟΝ το 1958, ΕΛΛΗΝΙΣ το 1961 ενώ προϋπήρχε εκ του έτους 1926 ο κινηματογράφος ΑΓΓΕΛΙΚΑ . Το έτος 1932 προϋπήρχε και ο θερινός κινηματογράφος ΑΚΤΑΙΟΝ στην αυλή του ομώνυμου ζυθεστιατορίου στην κεντρική πλατεία ( σημερινή οικοδομή Ρασάϊκου) . Ο κινηματογράφος Ελληνίς τις δεκαετίες του 60 & 70 ήταν ο πιο σύγχρονος κτηριακά κινηματογράφος ενώ με μικρή διαφορά ακολουθούσε ο κιν/φος ΟΛΥΜΠΙΟΝ όπου η νεολαία της εποχής παρακολουθούσε κυρίως ταινίες γουέστερν και ο κιν/φος ΑΓΓΕΛΙΚΑ .
Πρίν την προβολή της ταινίας , χτυπούσε το καμπανάκι έναρξης, έσβηναν τα φώτα επικρατούσε σιωπή και στην μεγάλη οθόνη προβάλλονταν τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ ( θεματολογία πολιτικού και αθλητικού περιεχομένου με μικρά σινέ αποσπάσματα ειδήσεων ) , ακολουθούσαν τα ΠΡΟΣΕΧΩΣ ( μικρα κινηματογραφικά αποσπάσματα τα οποία διαφήμιζαν ταινίες που θα προβάλλονταν τις προσεχείς ημέρες ή την επόμενη εβδομάδα στην αίθουσα ).
Τις χρυσές κινηματογραφικά δεκαετίες εκείνες , συνοδευόμενος από τους γονείς στον κινηματογράφο ή σε σχολικές πρωινές προβολές, με συγκινούσαν και θυμάμαι έντονα , ελληνικές ταινίες με ιστορικό κυρίως περιεχόμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Κοντσέρτο για πολυβόλα» του Ντίνου Δημόπουλου σε σενάριο Νίκου Φώσκολου που κυκλοφόρησε το 1967 όπου η ηθοποιός Τζένη Καρέζη υποδύονταν την πολιτική υπάλληλο του ΓΕΣ παραμονές του 1940 ενώ εξαναγκάζεται να παραδώσει στρατιωτικά έγγραφα στου Ιταλούς εκβιαζόμενη με την ζωή του αδερφού της. .Συμπρωταγωνιστές της ήταν ο Άγγελος Αντωνόπουλος , ο Μάνος Κατράκης και Κώστας Καζάκος . Την περίοδο εκείνη γυρίστηκαν πολλές πατριωτικού περιεχομένου κιν. ταινίες οι οποίες κάλυπταν όλες τις ηρωικές περιόδους της Ελληνικής ιστορίας μας , με ειδικότερο βάρος στο έπος του 1940 και στην Εθνική Αντίσταση. Μερικές εξ αυτών ήταν «Χαιδάρι ώρα 3.30 αποδράστε» 1967, «Γοργοπόταμος» ( Ηλίας Μαχαιράς 1968) , «ΟΧΙ»( 1969 ), «Η Μεσόγειος φλέγεται» ( Ντίμ Δημαράς 1970) , «Η Μάχη της Κρήτης» (Γεώργιος Βασιλειάδη 1970) «Υπολοχαγός Νατάσα» (Νίκος Φώσκολος 1970), «Οι γενναίοι του Βορρά» ( Κώστα Καραγιάννη 1970) , «Οι τελευταίοι του Ρούπελ» ( Γρηγόρης Γρηγορίου 1971) , «Υποβρύχιο Παπανικολής» ( Γιώργου Ζερβουλάκου 1971) «Παύλος Μελάς» (Φίλιππου Φυλακτού) «¨Γράμμος ¨» «Τα σύνορα της προδοσίας» «Δώστε τα χέρια» ¨Οσο αφορά την επανάσταση του 1821 κυρίως οι ιστορικές κιν.ταινίες όπως ο Παπαφλέσσας, η Μαντώ Μαυρογένους, Οι Σουλιώτες . Επίσης δεν θα ξεχάσω μια σειρά ταινιών όπου εξιστορείται η εξέγερση τίμιων μικροαστών ενάντια στο διεφθαρμένο μεγαλοαστικό κατεστημένο της εποχής με χαρακτηριστικότερες κιν. ταινίες η « Ζούγκλα των Πόλεων» με τον ηθοποιό Κώστα Πρέκα , «Κατάχρηση εξουσίας», «Θέμα Συνείδησης» και «Ορατότης Μηδέν» με τον πρωταγωνιστή τον ηθοποιό Νίκο Κούρκουλο όπως και πολλές άλλες .
Την χρυσή εκείνη περίοδο ο ελληνικός κινηματογράφος των δεκαετιών αυτών παρουσίασε την μεγαλύτερη ακμή τα έτη 1967 ( 95 ταινίες) , 1968 ( 99 ταινίες) 1969 ( 96 ταινίες) ενώ από το 1974 έπεσε στις μόλις 15 ελληνικές ταινίες δηλαδή στα επίπεδα της δεκαετίας του 1950.Έκτοτε ο ελληνικός κινηματογράφος παρουσίασε παρακμή τόσο ως προς την ποιότητα όσο και ποσότητα εκτός ορισμένων εξαιρέσεων και δεν μπόρεσε ουσιαστικά να ανασηκωθεί στα πόδια του.
Στα μισά της δεκαετίας του 70 η κρίση του κινηματογράφου γίνεται αισθητή στις αίθουσες της πόλης. Τα εισιτήρια ολοένα μειώνονταν και αντί για ποιοτικές ταινίες οι αιθουσάρχες για να ανταποκριθούν στα λειτουργικά έξοδα πρόβαλαν συνεχώς φθηνές ελληνικές παραγωγές μέχρι ..καράτε ή τρίτης διαλογής ελληνικές φαρσοκομωδίες -σεξοκομωδίες πορνό , οι κοινές «τσόντες» . Έτσι οι αίθουσες των κινηματογράφων έχασαν την αίγλη που είχαν. Ο κόσμος ολοένα μειωνόταν στις αίθουσες της πόλης. Κύρια αιτία ήταν η εισβολή - αγορά τηλεοράσεων ,βίντεο - η διάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων της ΕΙΡΤ και ΥΕΝΕΔ στα σπίτια της Φλώρινας .Μάλιστα το 1979 ο αείμνηστος , φίλος μου φωτογράφος, ο Λάζαρος Καλίντζης φέρνει στην Φλώρινα από τον Καναδά το πρώτο βίντεο «τύπου 2000» και ανοίγει το πρώτο βίντεοκλάμπ στην πόλη με αποτέλεσμα η μία κινηματογραφική αίθουσα μετά την άλλη να κλείνει γιατί ο κόσμος απλά έβλεπε ταινίες στην τηλεόραση του σπιτιού του. Αργότερα ο κινηματογράφος Ελληνίς υπολειτουργούσε - έκλεισε το 1988 , μετατράπηκε σε πολυχώρο ηλεκτρονικών παιγνίων και σήμερα είναι κλειστός στο ισόγειο του ομόνυμου σημερινού ξενοδοχείου επι της οδού Παύλου Μελά .Ο κινηματογράφος Ολύμπιον έκλεισε το 1986 , έγινε αρχικά ντισκοτέκ ενώ αργότερα μέχρι σήμερα στην θέση του λειτουργεί υπερκατάστημα τροφίμων επι του πεζόδρομου της οδού Παπαθανασίου .Ο κινηματογράφος Αγγέλικα έκλεισε το 1975 ,αργότερα γκρεμίστηκε - ανοικοδομήθηκε στην θέση του μεγάλη πολυκατοικία στην γωνία της συμβολής των οδών Τυρνόβου με Καπετάν Βαγγέλη ( έναντι κτηρίου ΟΤΕ)
Παρόλα αυτά να σημειώσουμε ότι
Το 1980 ιδρύεται η Κινηματογραφική Λέσχη Φλώρινας «Τσάρλι Τσάπλιν» ( συνέχεια της οποίας είναι μέρος της σημερινής Λέσχης Πολιτισμού ) η οποία πρόβαλε συνολικά 250 ταινίες κατά την διάρκεια της ύπαρξης της.
Το 1990 στην Φλώρινα γυρνάει ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος ταινίες στην πόλη μία εκ των οποίων ξεσήκωσε θύελλα σφοδρών αντιδράσεων πλήθους κόσμου αλλα και το αφορισμό του αείμνηστου τότε Μητροπολίτη Αυγουστίνου Καντιώτη . Παρόλα αυτά οι φορείς της πόλης τίμησαν τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο δίδοντας το όνομα του στην μοναδική (σήμερα) αίθουσα κινηματογραφικών προβολών της πόλης από την λέσχη πολιτισμού , στην σύγχρονη αίθουσα προβολών η οποία ευρίσκεται στο ισόγειο Δημοτικού Ωδείου- κτήριο παλιού ΦΣΦ Αριστοτέλης που ευρίσκεται στους πρόποδες του βουνού 1033 , βορείως της πόλης της Φλώρινας .

ΚΑΦΕΤΕΡΙΕΣ
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές της αξέχαστης του 1980 έκαναν την εμφάνιση τους οι πρώτες καφετέριες στην όμορφη πόλη μας. Ήταν ακριβώς την ίδια περιόδο της έντονης αρχιτεκτονικής ανοικοδόμησης πολυκατοικιών στα ισόγεια των οποίων στεγάζονταν οι καφετέριες της εποχής. Τότε άρχιζε σταδιακά να χάνεται ο γραφικός παλαιός αρχιτεκτονικός χαρακτήρας των νεοκλασικών κτιρίων ή σπιτιών που είχαν ανθοστόλιστες αυλές και να μεταλλάσεται με μία σύγχρονη πόλη γεμάτες πολυκατοικίες και αργότερα μοντέρνες πλατείες και τσιμεντένιους πεζοδρόμους - προεκτάσεις της κεντρικής πλατείας .. Οι καφετέριες συνδέονται άμεσα με την εισαγωγή στην Ελλάδα ενός νέου είδους τότε καφέ, του στιγμιαίου καφέ . Ο στιγμιαιος καφές , ή φραπές -φραπόγαλο όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα, «γεννήθηκε» σε ένα περίπτερο της Διεθνούς Εκθέσεως στην Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τους διηγήσεις από παλιούς γνώστες καφετεριών μου είχαν πεί ότι ένας άγνωστος μέχρι σήμερα εκθέτης στην βιασύνη του λόγω φόρτου εργασίας (;) έβαλε σε ένα ποτήρι ένα κουταλάκι του γλυκού στιγμιαίο καφέ, δύο ζάχαρη και λίγο νερό . Σφράγισε το ποτήρι με το καπάκι της συσκευασίας η το ανακίνησε με ένα μπλέντερ φρουτοχυμών και τότε «γεννήθηκε» ο πρώτος στιγμιαίος στην Ελλάδα. Ο φραπές ή στιγμιαίος καφές έγινε ταχέως γνωστός σε όλο τον κόσμο με την έντονη διαφημιστική ρεκλάμα της εισαγωγικής πολυεθνικής εταιρίας μέσα από τηλεοπτικές διαφημίσεις τηλεσπότ καναλιών , της κρατικής ραδιοτηλεόρασης ( ΕΡΤ & ΥΕΝΕΔ) αλλα και τον έντυπο ημερήσιο τύπο στα περίπτερα ( εφημερίδες περιοδικά ποικίλης ύλης ) Στα μπακάλικα της εποχήςη στιςτοπικες αλυσίδες υπεραγορών ( κρίκος & ατλας) υπήρχαν σε περίοπτη θέση μικρές αφίσες στην είσοδο αλλα και στα ράφια οι χαρακτηριστικές τενεκεδένιες συσκευασίες των 50 ή 100 γραμμαρίων του στιγμιαίου καφέ.Απο αυτό το ασήμαντο τότε εμπορικό προιόν, όσο παράξενο και εάν ακούγεται , κανοντας μία μικρή αναδρομική , «γεννήθηκε η βαρειά βιομηχανία των καφετεριών» που δεσπόζει σε πολυσύχναστα κέντρα πόλεων η τουριστικών προορισμών μέχρι και σήμερα. Ο στιγμιαίος καφές συμβολίζει θα έλεγα τον σύγχρονο τρόπο ζωής του ανθρώπου όπου συχνά τα χρονικά περιθώρεια είναι έντομα πιεστικά-το άγχος κυριαρχεί - ακόμη και για την παρασκευή ενός καφέ , παρακάμπτοντας πολλές ερμηνίες παρερμηνίες ή σαχλές λεξιπλασίες που ακούω για την συμβολική σημασία του στιγμιαίου καφέ Αυτά δεν είναι αντικείμενο ερμηνίας του παρόντος χρονογραφήματος μου . Η κεντρική πλατεία και η οδός Παύλου Μελά ( σημ πεζόδρομος) ήταν η «οδός των καφετεριών» την δεκαετία του 1980 Αρχές της δεκαετίας του 1980 οι πρώτες καφετέριες στην πόλη αντικατέστησαν σταδιακά η ήταν και οι ίδιες τα παραδοσιακά καφενεία ή καφεζαχαροπλαστεία Οι καφετέριες των 80s ήταν στενά συνδεδεμένες με την καθημερινότητα - ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων. Ήταν χώρος συνάντησης φίλων , συζητήσεων παρεών , γνωριμιών ακόμη και παρηγοριάς μοναχικών ανθρώπων . Οι συζητήσεις των θαμώνων ποικίλαν ως προς την θεματολογία για θέματα προσωπικά, κοινωνικοπολιτικά, οικονομικά , θέματα καθημερινού ενδιαφέροντος των απλών ανθρώπων , διαλογικές συζητήσεις που μετέτρεπαν την καφετέρια της εποχής σε ένα μικρό βουλευτήριο ή άτυπο κέντρο συνεδριάσεως ατόμων, παρεών , κοινωνικοποιημένων ομάδων κλπ Σύχναζαν ποικιλίες ανθρώπων κάθε κοινωνικής τάξεως από διαπρεπή ευκατάστατα άτομα εργαζόμενους επαγγελματίες συνταξιούχους μέχρι άνεργους απελπισμένους ακόμη και αργόσχολους . Οι ηλικιακές ομάδες που σύχναζαν στις καφετέριες ποικίλαν από κατάστημα σε κατάστημα αναλόγως του πελατειακού κύκλου -συνηθειών των θαμώνων αλλα και της αίγλης κάθε μαγαζιού. Στα εγκαίνια συνήθως πλημμύριζε από πελάτες αλλα μετά 1 με 2 χρόνια διαφαίνονταν η βιωσιμότητα -σταθερή πελατεία. Για τους νέους της εποχής των 80s η καφετέρια ήταν η μοναδική διέξοδος ειδικά τους χειμερινούς μήνες να ανταμωθούν, να συζητήσουν, να γνωρίσουν νέους φίλους, να ερωτευθούν η να μοιρασθούν τα όνειρα και τις ανησυχίες που είχαμε. Τότε η επικοινωνία των εφήβων ήταν άμεση με την φυσική παρουσία στις παρέες μας και όχι από κινητά τηλέφωνα , τα ίντερνετ ή τα διάφορα φέισμπουξ που δεν είχαν θέση ούτε στην πιο ..ζωηρή φαντασία μας. Οι καφετέριες όπου σερβίραμε τον στιγμαιό καφέ πέραν από τόπος συνάντησης συζητήσεων ήταν και χώρος ευρέσεως εργασίας για δεκάδες τότε εφήβους που εργάζονταν κυρίως ως σερβιτόροι από μικρή ηλικία. Στις καφετέριες της εποχής κάναμε πολλοί έφηβοι τα πρώτα μας βήματα στον χώρο της αγοράς εργασίας. Εκεί ήταν η πρώτη φορά που εργασθήκαμε άλλοι εποχιακά άλλοι για περισσότερους μήνες η χρόνια αποκτώντας βιωματικά- πρακτικά την πρώτη μας επαφή με την μισθωτή εργασία. Οι καφετέριες αποτελούσαν χώρο ερωτικών γνωριμιών - εφηβικών φλέρτς όπου γίνονταν το σχετικό «εποχιακό νυμφοπάζαρο» .Δέν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου στις καφετέριες εκείνες αρκετοί γνώρισαν την γυναίκα ή τον άνδρα της ζωής τους, έχτισαν την οικογένεια τους μετέπειτα , η αντιθετα έζησαν έντονες ερωτικές απογητεύσεις . Ήταν χώρος και εμπορικών - μεσητικών διεργασιών, συναντήσεων, κλείνοντας διάφορες συμφωνίες, παραγγελίες κ.α. όπως και τόπος ενημέρωσης διάδοσης μικρών ή μεγαλύτερων τοπικών νέων ανακοινώσεων ειδήσεων κλπ ακόμη και χώρος «κοινωνικής κριτικής» , το γνωστό κουτσομπολιό ανδρών η γυναικών ... Η κεντρική πλατεία και η οδός Παύλου Μελά ( σημ πεζόδρομος) ήταν ( και είναι) η «οδός των καφετεριών» στην Φλώρινα από την δεκαετία του 1980.Κατα διαστήματα στα πέριξ στενά- αμφίπλευρους δρόμους ( οδός Νικολάου Χάσου - Μεγαρόβου-Τυρνάβου-Σαρανταπόρου ) υπήρχε μία τάση «αποκέντρωσης» των καφετεριών όπου ανοίγαν νέες καφετέριες μα ..ο κόσμος αργά η γρήγορα ξαναεπέστρεφε στις καφετέριες της πλατείας η του σημερινου πεζοδρόμου ¨Οσοι μάλιστα προτιμούσαν κάτι πιο αριστοκρατικό εξεζητημένο χώρο για να απολαύσουν τον στιγμιαίο τους καφέ με την παρέα ή μόνοι τους σύχναζαν στις καφετέριες των ξενοδοχείων Λύγκος-Μέγας Αλέξανδρος-Ξενία- Ελληνίς. Στις καφετέριες των ξενοδοχείων μαζεύονταν με τις παρέες των μακριά από το βουητό των άλλων καφετεριων να συζητήσουν σε ένα πιο ήρεμο περιβάλλον , να διοργανώσουν τις χορεσπερίδες η τα πάρτι τους. Αναφορικά με τις καφετέριες της Φλώρινας της δεκαετίας του 1980 , με κάποια χρονολογική σειρά ενθυμούμαι 1970 Καφεζαχαροπλαστεία 2 των οικογενειών Σολάκη (1 στην αρχή και 1 στο τέλος του σημερινού πεζοδρόμου) , Βιολλέτα, Εντελβάις, Ολύμπιον.. 1980 Καφετέριες Lips, Regina, Mικρό Καφέ, Μπούλης, Μπιστρό,Ανγκελικα, Καφε Αδωνις, 4711,Καφέ Κάπα, Καφε Παλλάς, Kαφέ Όαση, Ντίσκοκαφέ Lamour, καφέ Ροζέ ... Υπήρχαν και μπαράκια που την ημέρα λειτουργουσαν ως καφετέριες και το βράδυ ως παμπ (μπυραρίες) όπως το savoy, το yesterday, η Ζαζά, το Μονοπώλιο, το Καράβι, το παραπέντε, το Time Out, ΜΤV κ.α. που δεν θυμάμαι Ένα μεγάλο «κεφάλαιο» της εποχής ήταν οι ανήλικοι και η είσοδος τους σε αυτές. Η ελευση των καφετεριών στην πόλη συνοδευόταν από αυστηρή απαγόρευση εισόδου, σε νέες η νέους Γυμνασιολυκειοπαιδα εφήβους κάτω των 17 ετών ανευ της συνοδείας γονέα η κηδεμόνα η τέλος πάντων κάποιου υπευθύνου ενήλικα. Υπήρχε σαφής απαγόρευση εισόδου σε πιτσιρίκια που δεν είχαν αστυνομική ταυτότητα και δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις ιδιοκτητών καφετέριας που δεν επέτρεπαν την είσοδο . Το ίδιο συνέβαινε και στα άλλα κέντρα διασκέδασης -νεανικής ψυχαγωγίας όπως καταστήματα με ΤVGAMES ( μπιλιαρδάδικα ) οι Discoteque και τα μπουζουξίδικα της εποχής. Ίσως σήμερα (2016) ακούγεται κάπως κιτς -κωμικοτραγικό για τους σημερινούς νέους αλλα εάν σε «τσακώναν» τότε να είσαι κάτω των 17 ετών στα καταστήματα αυτά, έπεφτε το σχετικό πρόστιμο στον ιδιοκτήτη της καφετέριας άσε την ταλαιπωρία που θα είχες υποστεί ( προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων ανηλίκου - επίπληξη κλπ κλπ) Κι αυτό γιατι δεν ήταν λίγα τα παραβατικά η περιθωρειακά άτομα που σύχναζαν νυχθημερών στις καφετέριες της εποχής , υπήρξαν έντονοι τσακωμοί φασαρίες και άλλα κωμικοτραγικά έως πολύ τραγικά που συμβαίναν τότε .Για τον λόγο αυτό υπήρχαν οι λεγόμενοι «πορτιέρηδες» ή όλο το προσωπικό του μαγαζιού που επαγρυπνούσε για την ( παράνομη) είσοδο ανηλίκων .Τότε το ωράριο των καφετεριών τελείωνε (είτε ήταν αργία είτε ήταν καθημερινή ή εορτινή ημέρα) στις 3 τα ξημερώματα και όχι όποτε έφευγε ο τελευταίος μεθυσμένος ή ξεμέθυστος πελάτης. Κάθε καφετέρια είχε την δική του θα έλεγα «ταυτότητα» ποιότητας στην παροχή υπηρεσιών προς τους πελάτες. Είχε την δική του «ανθρωπογεωγραφία» πελατων .Σε άλλες σύχναζαν οι ροκάδες, σε άλλες οι καρεκλάδες ντισκόβιοι, σε άλλες οι μηχανόβιοι, σε άλλες οι έφηβοι, σε άλλες οι νεαροί άνδρες, σε άλλες οι μπουζουκόφιλοι, σε άλλες όσοι είχαν έντονες πολιτικές ανησυχίες, σε άλλες καφετέριες σύχναζαν τα ερωτευμένα ζευγαράκια , σε άλλες οι ποδοσφαιρόφιλοι ....Στο σημείο αυτό θυμάμαι μία καφετέρια ενός παλιού συμμαθητή του Σάκη, που ήταν η «καφετέρια του ΠΑΟΚ» στην οποία μόνο φίλαθλοι της ομάδας συχνάζαν σε αυτή .¨Ηταν στην κεντρική πλατεία στο σημείο κοντά στην σημ καφετέρια Αρτ .Υπήρχε κάθε ημέρα μία πινακίδα έξω από την καφετέρια που καλούσε τους οπαδούς να δούν την αναμετάδοση από την τηλεόραση ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων λχ ΠΑΟΚ -ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ την Κυριακή στις 7 το απόγευμα .Οι καφετέριες ήταν σημείο συνάντησης ετερόκλητων ανθρώπων αλλα και το must των νεαρών εφήβων της αξέχαστης εκείνης δεκαετίας. Εκεί δίνονταν τα ραντεβού μετα το σχολείο, τα σαββατοκύριακα, στον ελεύθερο χρόνο τις καθημερινές , εκεί χαλάρωναν οι εργαζόμενοι αργά το απόγευμα. Οι παρέες νεαρών ξεπερνούσαν στο αριθμό και τα 10 άτομα . Αναλόγως της ώρας του 24ώρου η πελατεία ήταν και η αντίστοιχη. Άλλες ώρες συχνάζαν οι μεγαλύτεροι άλλες οι μαθητές Λυκείων άλλες οι φαντάροι και οι φοιτητές της πόλης . Οι συνταξιούχοι-ηληκιωμένοι συχνάζαν στα καφενεία , ταβέρνες η στις χαρτοπαιχτικές λέσχες και απαξίωναν όσους νεώτερους που συχνάζαμν στις καφετέριες . Τηλεόραση σε καφετέριες σινεμάδες. Οι πρώτες έγχρωμες τηλεοράσεις με τις συσκευές προβολής ταινιών από βιντεοκασσέτες έκαναν την εμφάνιση τους την εποχή εκείνη πρώτα στις καφετερίες και έπειτα διαδόθηκαν σε κάθε σπίτι. Τόσο η συσκευή της έγχρωμης τηλεόρασης όσο και του βίντεο ήταν σε εξέχουσα θέση τοποθετημένη σε μία εταζιέρα μέσα στις καφετέριες ώστε όταν γινόταν προβολή λ.χ. ενός ποδοσφαιρικού αγώνα η μίας βιντεοταινίας με τον Ράμπο, τον Σταλόνε, τον Μουστάκα η τον Στάθη Ψάλτη , να την παρακολουθούν ανεμπόδιστα όλοι οι πελάτες απολαμβάνοντας παράλλληλα τον φραπέ , την μπυρίτσα , την πάστα, το παγωτό η τον χυμό τους. Μόλις άρχιζε η προβολή συνήθως μεσημέρι 3-5 ή 8-10 το απόγευμα επικρατούσε σιωπή .Εάν κάποιος μουρμούριζε δεχόταν τα σχετικά « κοσμητικά λεκτικά» από τους υπολοίπους θαμώνες της καφετέριας. ¨Όταν μάλιστα «έμπαινε το γκόλ» οι ιαχές και τα ζήτω έσπαγαν την σιωπή και αντηχούσαν μέχρι έξω στους δρόμους, στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών και στην πλατεία. Παρόμοιες νοσταλγικές στιμές μαζικής χαράς συμβαίναν και σε ...προβολή από τηλεοράσεως πολιτικών ομιλιών κυρίως κατά τις προεκλογικές περιόδους όπου οι καφετέριες μετατρέπονταν σε πολιτικά η και ποδοσφαιρικά καφενεία. Με τον τρόπο αυτό λιγόστευαν σιγά σιγά οι θεατές στους σινεμάδες της πόλης , αυξάνονταν οι πελάτες στις καφετέριες ή στα βίντεοκλαμπς , μέχρι που έκλεισαν οι κινηματογράφοι και απαγορεύτηκε η προβολή ταινιών από βιντεοκασσέτες στις καφετέριες. Κάπως έτσι με τον στιγμιαίο καφέ στις καφετέριες μπήκε σε κάθε σπίτι η έγχρωμη τηλεόραση και η συσκευή αναπαραγωγής ήχου και εικόνας βίντεο! Τα καλοκαίρια όποια καφετέρια διέθετε άπλετο χώρο στην κεντρική πλατεία έβγαζε τα τραπεζοκαθίσματα όπως σήμερα και στον τιμοκατάλογο προστέθηκε στον στιγμιαίο καφε΄το παγωτό , συσκευασμένο της ΕΒΓΑ ή παραδοσιακό Φλώρινιώτικο παγωτο βανίλια.Στα πέριξ στενά υπήρχαν ελάχιστα τραπεζοκαθίματα και οι θαμώνες καφετεριών τα βράδια κάταλάμβαναν όπου έβρισκαν να καθίσουν η να σταθούν ( πεζούλια, σκάλες σπιτιών, εισόδους πολυκατοικιών, όρθιοι μέσα στο δρόμο , ακόμη και σε ..καπώ αυτοκινήτων ) και γινόταν ένα είδος άτυπης κατάληψης διασκέδασης του δρόμου . .¨Οπου υπήρχε μπροστά από την καφετέρια ελεύθερος χώρος για στάθμευση τα βράδια διεξαγόταν μία άτυπη έκθεση σταθμευμένων καινούργιων η μεταχειρισμένων μοτοσικλετών , μοτοποδηλάτων ή και ποδηλάτων. Τα βράδια επίσης ήταν τόπος συνάντησης των μηχανόβιων της πόλης απ όπου διεξάγονταν νυχτερινές βόλτες μέσα στην πόλη , εξορμήσεις στα χωριά όπου είχε πανηγύρι, η σημείο συνάντησης μοτοσυκλετιστών για κόντρες η διάφορα «ακροβατικά» ( σούζες σπιναρίσματα κ.α. ) Καφετέριες στα χωριά. Η «μόδα» της καφετέριας δεν περιορίσθηκε στο κέντρο της πόλης. Εξαπλώθηκε και στα κεφαλοχώρια όπου υπήρχε αξιοσημείωτος πληθυσμός κυρίως εφήβων κοριτσιών και αγοριών όπως στις Κάτω Κλεινές, στο Αρμενοχώρι, στο Μεσονήσι, στο Αμμοχώρι , στην Μελίτη , στην Βεύη μέχρι την καφετέρια του τελωνείου Νίκη Φλώρινας για νέους η τους ταξιδιώτες προς και από τα συνορα με την ( τότε ) Γιουγκοσλαυία.Στην Μελίτη και στην Βεύη υπήρχαν και Ντισκοκαφετέριες ( Λουάνα και Λαμούρ αντίστοιχα) που ήταν συνδιασμός καφετέριας με ντισκοτέκ για τους νέους και νεαρές της αξέχαστης εποχής εκείνης. Παρόμοια και στο Αμύνταιο στον Φιλώτα, στον Αγιο Παντελεήμονα ( λίμνη Βεγορίτιδα ) στην Λακκιά ( σημ Λεβαία) άνοιξαν οι πρώτες καφετέριες νέων κι εκεί. Στις όμορφες λίμνες των Πρεσπών από όσο ενθυμούμαι δέν υπήρχαν καφετέριες γιατί οι νέοι σύχναζαν στα καφενεία η ιχθυοταβέρνες των χωριών. Τότε η νεολαία έμενε στα χωριά , ήθελε τον δικό της χώρο μοντέρνας διασκέδασης - ψυχαγωγίας και οι καφετέριες αναπλήρωναν το κενό στον τομέα αυτόν . Αυτό το είχαν αντιληφθεί έγκαιρα οι ιδιοκτητες καφετεριών στα χωριά κι έτσι ανοίξαν οι πρώτες καφετέριες στα χωριά Στις καφετέριες της εποχής η επίπλωση μαζί με την διακόσμηση ήταν ένας σημαντικός παράγοντας .Κατασκευάστηκαν ποικιλία πάγκων, σκαμπώ , τραπεζιών, καναπέδων, καρεκλών,επαγγελματικών ψυγείων, ραφιέρες διακοσμητικών επίπλων , μηχανημάτων και αντικειμένων αποκλειστικά για καφετέριες.Τόσο οι πολυθρόνες , οι καναπέδες όσο και τα σκαμπώ, τραπέζια κλπ αναλόγως της ποιότητας υλικών προσέδιδαν στο πελάτη το «ύφος-στίλ» της εκάστοτε καφετέριας.Δερμάτινοι, υφασμάτινοι, αναπαυτικοί καναπέδες προσέδιδαν το στίγμα και την διαφορετικότητα κάθε καταστήματος .Δέν ήταν λίγες οι φορές που οι πελάτες κάθονταν στις νεες καφετέριες με τις ώρες μέχρι να φύγουν να αναχωρήσουν για να έρθουν οι επόμενοι θαυμάζοντας την διακόσμηση του μαγαζιού. Αναλόγως του στιλ της καφετέριας ήταν διακοσμημένες με ποικιλία υλικών.Ορισμένοι ιδιοκτήτες έφερναν από την Θεσσαλονίκη ειδικούς επαγγελματίες διακοσμητές προκειμένου να «χτίσουν» με πρωτοπόρες ιδέες το περιβάλλον του μαγαζιού ενώ άλλοι διακοσμούσαν τις καφετέριες τους βασιζόμενοι στην φαντασία ή στο μεράκι τους με αμφιλεγόμενα άλλωτε όμορφα άλλωτε φτωχότατα αποτελέσματα. Υπήρχε ποικιλία διακόσμησης από εξεζητημένα σχέδια, ιδέες πρωτοποριακής διακόσμησης καφετεριών μέχρι πενιχρότατες διακοσμησεις όπως ένα απλό πέρασμα με πλαστικό χρώμα εσωτερικού χώρου και καμιά κορνίζα να σπάει την μονοτονία .Υπήρχαν κατασκευές διακόσμησης από υλικά όπως η γυψοσανίδα,ξύλινες ζεστές επιφάνειες, πέτρινες επιφάνειες, μεταλλικές κατασκευές, έπιπλα μπαμπού σε συνδιασμό με υάλινα η μαρμάρινα τραπεζάκια, ταπετσαρίες τοιχοποιίας, ξυλινα κουφώματα,σκαλοπότια για το πατάρι , συντριβάνια με γύψινα αγαλματα, μέχρι μοκέτες και χαλιά στο δάπεδο, κάρδα η γιγανοαφίσες τοίχων με εξωτικά τοπία κ.α . Μερικές είχαν συνδιαστική διακόσμηση ντισκο η πάμπ και καφετέριας Κάπως έτσι η καφετέρια έδινε δουλειά σε διακοσμητές εσωτερικών χώρων αλλα και σε επαγγελματίες τεχνήτες βιοτέχνες κάβες ποτών , προμηθευτές και άλλους Από τις καφετερίες που θυμάμαι αυτή που με είχε εντυπωσιάσει πολύ ήταν η καφετέρια «Μπιστρό» όπου οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με τεράστιους πίνακες ζωγραφικής που απεικόνιζαν μοτοσυκλετιστές σε αγώνες μοτοκρός Αν θυμούμαι καλά ήταν έργα του Φλωρινιώτη εικαστικού κ.Μπέσσα Δημήτρη. Η διακόσμηση , η επίπλωση, η καθαριότητα, η ταχεία εξυπηρέτηση , το φιλικό περιβάλλον σηματοδοτούσε την αρχοντιά ή την προχειρότητα -φθήνεια της κάθε καφετέριας των 80s. Ο πάγκος του μπάρ ήταν το "διοικητικό κέντρο" όλης της καφετέριας .Ήταν τοποθετημένος στο βάθος ή στα πλαινά του μαγαζιού.Πίσω από τον πάγκο ήταν το εργαστήριο παρασκευής καφέδων προετοιμασίας παραγγελιών των πελατών , το ταμείο, οι προθήκες ποτών στα ράφια,όλος ο επαγγελματικός εξοπλισμός, η ταμειακή μηχανή, τα ψυγεία και το πλυσταριό καθαρισμού ποτηριών φλυτζανιών πιάτων δίσκων και άλλων αντικειμένων .Συνήθως στον τοίχο πίσω από τον πάγκο και σε ειδικά φωτισμένα ράφια ήταν τοποθετημένα προσεχτικά διάφορα μπουκάλια ακριβών ποτών ( ουίσκι, βότκες, μαρτίνι, λικέρ μέχρι και σαμπάνιες για τους εορτάζοντες κάποιο γεγονός) ανάμεσα από διάφορα διακοσμητικά φωτιστικά με καθρέφτες , προκειμένου να προσελκύσουν τους πελάτες να πιούν κάποιο από αυτά , πέραν από στιγμιαίο καφέ αναψυκτικό ή μπύρα. Η «μηχανή» του ζεστου στιγμιαίου καφέ-ζεστών ροφημάτων με το επαγγελματικό ηλεκτρικό μίξερ για φραπέδες ήταν απαραίτητα εργαλεία δουλειάς στην καφετέρια . Χωρίς αυτά απλά δεν λειτουργούσε το κατάστημα ως καφετέρια αλλα ως καφενείο στην πόλη η στο χωριό. Το πατάρι της καφετέριας ήταν σημαντικός χώρος των καφετεριών της δεκαετίας εκείνης. Αρχικά ήταν αποθηκευτικός χώρος μετέπειτα βοηθητικός για την ανάγκες λειτουργίας . Η μόδα της εποχής αλλά και ο συνωστισμός των πελατών στο ισογειο του μαγαζιού το χειμώνα ανάγκασαν τους ιδιοκτήτες να μετατρέψουν το πατάρι ως προέκταση των τραπεζοκαθισμάτων ώστε να χωράν όλοι οι πελάτες και να μην φεύγουν όταν βλέπαν ότι η καφετέρια ήταν γεμάτη και δεν είχαν που να καθίσουν.Το χώρο του παταριού επέλεγαν 4 κατηγορίες πελατών. Πρώτον τα ερωτευμένα ζευγαράκια μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα Δεύτερον οι ανήλικοι που κρύβονταν εκεί για να πιούν το καφέ με τις παρέες τους Τέταρτον απλά όσοι δεν βρίσκαν άδειο τραπέζι στο ισόγειο της καφετερίας .Πέραν αυτών στο πατάρι διεξάγονταν νυχτερινές «πριβε» προβολές βίντεοταινιών , ήταν χώρος για όσους πελάτες θέλαν να παίξουν τάβλι, σκάκι, η ακόμη και ηλεκτρονικά παιχνίδια ( φρουτάκια - ηλεκτρονικάTVGAMES) πίνοντας το φραπεδάκι η την μπυρίτσα τους, χωρίς να ενοχλούν τους υπόλοιπους θαμώνες στο ισόγειο της καφετερίας . Συστήματα αερισμού κλιματισμού θέρμανσης .Πέραν από την διακόσμηση ένας μόνιμος «πονοκέφαλος» για τους ιδιοκτήτες ήταν ο καλός εξαερισμός της καπνίλας .Με την ευρεία χρήση -εγκατάσταση των επαγγελματικών συστημάτων αερισμού - κλιματισμού -θέρμανσης αργότερα το πρόβλημα σιγά σιγά αποκαταστάθηκε.Για όσους ιδιοκτήτες είχαν φυσικά την οικονομική άνεση στην εγκατάσταση αντίστοιχων συστημάτων καλού αερισμού -κλιματισμου-θέρμανσης. Ο μπάρμαν αυτός που ετοίμαζε τις παραγγελίες ήταν ένα έμπιστο αγόρι ή ο ίδιος ο καταστηματάρχης η συγγενικό πρόσωπο που εμπιστευόταν τοσο για την γρήγορη εκτέλεση παραγγελιών όσο και για τον χειρισμό της ταμειακής μηχανής που είναι το «άλφα και το ωμέγα» σε κάθε επιχείρηση καφετέρια της εποχής. Όποιος δούλευε (ειδικά μέσα πίσω από τον πάγκο του μπάρ) πέραν των σχέσων εμπιστοσύνης με τον ιδιοκτήτη, έπρεπε να ήταν ενηλικας, να είχε κολλημένα ένσημα, να πληρούσε τις υγειονομικές προυποθέσεις , να ήταν καθαρός, ευγενικός, έμπειρος , γρήγορος και υπομονετικός με τους ιδιότροπους συνήθως πελάτες .Επίσης υποχρεούταν να ήταν ενήμερος για τους πελάτες μέχρι και για τις νέες τάσεις παρασκευής καφέ ή κοκτέιλς, να είναι γνώστης των μουσικών τάσεων της εποχής γιατί εκτελούσε πέραν των άλλων και χρέη ντισκτζόκευ τοποθετώντας κασσέτες η δίσκους στο στερεοφωνικό συγκρότητα της καφετέριας. Η μουσική που ακούγονταν ήταν αναλόγως της πελατείας , της ώρας αλλα και της διάθεσης από λαικά, ελαφρολαικά τραγούδια μέχρι ντίσκο , ρόκ, new wave, jazz ξένες επιτυχίες . Γύρω από το μπάρ υπήρχαν τα σκαμπώ ,ξύλινα η μεταλλικά, όπου συχνάζαν πολύ γνωστοί πελάτες του μαγαζιού, μοναχικά άτομα ή οι σερβιτόροι για να ξεκουραστούν. Οι σερβιτόροι ήταν ο πολύτιμος συνδετικός κρίκος μεταξύ επιχείρησης και πελατείας. Ήταν στην πλειοψηφία ανεργα αγόρια που έβρισκαν εργασία στις καφετέριες εποχιακά για να συμπληρώσουν το χαρτζιλίκι τους η δούλευαν για πολλούς μήνες η και χρόνια σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις επαγγελματιών σερβιτόρων. Εποχιακοί ή όχι έκλειναν την συμφωνία με τον ιδιοκτήτη της καφετερίας και την ίδια ημέρα η την επομένη κι έπιαναν το δίσκο της δουλειάς Οι υποχρεώσεις ήταν πολλές. Υποδοχή, τσεκάρισμα παραγγελιών πελατών σε μπλοκάκι, σερβίρισμα, είσπραξη αντιτίμου παραγγελίας , μάζεμα ποτηριών μπουκαλιών , καθάρισμα τραπεζιών,καναπέδων, πολυθρόνων , πάγκων μέχρι δαπέδων , μεταφορές κιβωτίων ποτών στο πατάρι η στην αποθήκη, ταχτοποίηση τραπεζιών καθισμάτων μέχρι του φίλτρου της ηλεκτρικής σκούπας της καφετέριας - αποκομιδή σάκων απορριμάτων στους κάδους του Δήμου όταν έκλεινε η καφετέρια. Το ωράριο ήταν συνήθως 6 με 7 ώρες πρωινό απογευματινό και νυχτερινό μέχρι τις 3 τα ξημερώματα που υποχρεωτικά , βάσει νόμου, όλα τα καταστήματα έκλειναν. Τα βράδια του καλοκαιριού σε μερικές καφετέριες η νυχτερινή βάρδια «τράβαγε» ανεπίσημα μέχρι τις ...4.30 με 5 τα ξημερώματα από τους πολλούς ξενύχτηδες που «σχόλναγαν» απ τα μπουζουξίδικα η τις ντισκοτέκ της πόλης. Η αμοιβή ενός μέσου σερβιτόρου σε καφετέρια της δεκαετίας του 1980 κυμαίνονταν από 3000 με 4000 δραχμές ημερησίως ( σημερινά 10 με 15 ευρω)Ρεπό δίνονταν εφόσων υπήρχε αντικαταστάτης κάθε Δευτέρα η Τρίτη όπου έπεφτε η κίνηση των πελατών. Μηνιαιως εξαιρούμενων 4 ρεπό ανα μήνα συγκέντρωνε περι τις 112 000 δρχ ( 359 ευρώ) Αν δούλευε συνεχώς χωρίς ρεπό συγκέντρωνε μέχρι 130 000 μηνιαίως. Υπήρχαν όμως και τα «τυχέρα» φιλοδωρήματα από ικανοποιημένους πελάτες και έτσι οι σερβιτόροι συμπλήρωναν το εβδομαδιαιο μισθό τους. Υπήρχαν όμως και κρούσματα υπεξαίρεσης -κλοπής - κερμάτων η χαρτονομισμάτων ( πενηντάρικων η κατοστάρικων , σε δραχμές ) από τους σερβιτόρους , όταν απουσίαζε με τις ώρες ο ιδιοκτήτης από την καφετέρια , μη «χτύπημα» παραγγελιών στην ταμειακή μηχανή - τα αντίτιμα των παραγγελιών κατέληγαν στις τσέπες του σερβιτόρου και όχι στο ταμείο της καφετέριας, κεράσματα σερβιτόρου σε φίλους φίλες η γνωστούς ! Ναι συμβαίναν κι αυτά .... Ο τιμοκατάλογος που υπήρχε σε κάθε τραπέζι περιελάμβανε στιγμιαίο ζεστό η κρύο καφέ, καφέ ελληνικό, τα καλοκαίρια στιγμιαίο καφέ με παγωτό , τσάι , τσάι με γάλα,σοκολάτα ζεστή , κακάο με γάλα, αναψυκτικά,χυμοί φρούτων ( συσκευασμένοι η φυσικοί από φρέσκα πορτοκάλια το χειμώνα) , μπύρες, οινοπνευματώδη ποτά. Μερικές καφετέριες στο τιμοκατάλογο περιελάμβαναν γλυκά του ταψιού , πάστες,παγωτά (τους καλοκαιρινούς μήνες) , μέχρι τόστ και σούπες για ξενύχτηδες .Οι τιμές δεν ξεπερνούσαν για τους καφέδες μπύρες αναψυκτικά τσάι κλπ τις 100δρχ ( 30 ευροσέντ) ενώ για τα οινοπνευματώδη οι τιμές κυμαίνονταν από 100 δρχ και άνω. Κέρδη και Ζημιές. Αντίστοιχα οι ελάχιστοι για τα σημερινά δεδομένα ιδιοκτήτες των καφετεριών στην πόλη , πέραν από τα πάγια ή έκτακτα έξοδα λειτουργίας, αποκτούσαν σεβαστό εισόδημα για την εποχή εκείνη. Άλλοι επανεπένδυαν τα κέρδη στην επιχείρηση τους με ανακαινήσεις , αποταμιέυσεις κι άλλοι τα σκόρπαγαν τα πεντοχίλιαρα «σαν τα πετσετάκια» σε περιττές αγορές εδώ και εκεί , με αποτέλεσμα αργά η γρήγορα τα χρέη σε τρίτους να τους υποχρεώσουν να κλείσουν τις καφετέριες, να επιλέξουν άλλο αντικείμενο εργασίας . Ένας άλλος λόγος ήταν ο έντονος ανταγωνισμός από άλλες καφετέριες που «άνοιγαν και μαράζωναν σαν τα μανιτάρια» .Ένας άλλος λόγος αναστολής της λειτουργίας των καφετεριών από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ήταν οι αυξημένες απαιτήσεις υπέρογκων ενοικίων , η μετατόπιση πελατείας σε άλλες καφετέριες , οι αλλαγές πελατειακών συνηθειών και η μη προσαρμογή εκ μέρους των ιδιοκτητών στις απαιτήσεις των καιρών που διαρκώς άλλαζαν . Ο στιγμιαίος καφές είχε να ανταγνωνισθεί νεοεισαγώμενες παραλλαγές τύπους και είδη μα παραμενει στην προτίμηση παλιών και νέων θαμώνων σημερινών καφετεριών Νεαροί σερβιτόροι καφετεριών της εποχής εκείνης με το πέρασμα του χρόνου είναι σήμερα οικογενειάρχες επαγγελματίες που ξεκίνησαν από τον επαγγελματικό κύκλο τους από τις καφετέριες εκείνες . Δεν ήταν όμως λίγες οι περιπτώσεις που απέτυχαν παταγωδώς στην ζωή τους για πολυποίκιλους λόγους ενώ σήμερα δεν βρίσκουν εργασία ούτε κάν ως σερβιτόροι για να συμπληρώνοντας με την σειρά τους σε προχωρημένη ηλικία τον μακρύ κατάλογο των ανέργων στις «παραλίες» της ανεργίας της σκληρής πραγματικότητας στην χώρα μας . Ελάχιστες καφετέριες των 80s άντεξαν να λειτουργούν στην πόλη από την εποχή εκείνη.Κάπως έτσι διαιωνίσθηκε η «βαρειά βιομηχανία του στιγμιαίου καφέ» από τις καφετέριες της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα που σημειώνει θα έλεγα και πάλι ανάκαψη . Ηταν μία αναδρομή πίσω στην αξέχαστη δεκαετία εκείνη , στους δρόμους των καφετεριών των 80s για να θυμήσει κάτι στους σημερινούς νέους μα κυρίως στους μεσήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω Έτσι από τους ασπρομάλληδες των καφεζαχαροπλαστείων η καφενείων του 1970 , τον στιγμιαίο καφέ -τον θρυλικό φραπέ- με τους θαμώνες των καφετεριών του 1980 περάσαμε σήμερα στην πανσπερμία καταστημάτων καφέ η αλυσίδες καταστημάτων ντελίβερι καφέ σε κάθε γωνια της πόλης και της ελληνικής επικράτειας Ήταν ένα χρονογράφημα για να θυμίζουν στους μεσήλικες κοντα στα 50 ή 60 η σημερινούς συνταξιούχους γλυκές αναμνήσεις από την εποχή εκείνη ... Μία εποχή που πέρασε οριστικά , εμεινε σε κάποια γωνια του χρονοντούλαπου των αναμνήσεων ,σε μία εποχή που η επικοινωνία των ανθρώπων ήταν φυσική ακόμη και μέσα σε μία καφετέρια πίνοντας στιγμιαίο καφέ και όχι μέσα από κινητά τηλέφωνα, τα ιντερνέτ , τα κομπιούτερς, ασύρματα δίκτυα, όπως έχουμε καταντήσει -αποξενωξεί (δυστυχώς) σχεδόν όλοι με τον διπλανό μας σήμερα ...

ΤΑΧΥΦΑΓΑΔΙΚΑ
 Στήν Φλώρινα έκαναν την εμφάνιση τους τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνος. Το σάντουιτς είναι τρόφιμο το οποίο αποτελείται από ένα ή περισσότερους τύπους φαγητού, οι οποίοι τοποθετούνται ανάμεσα σε δύο φέτες ψωμί ή, γενικότερα, ένα πιάτο στο οποίο δύο οι περισσότερες φέτες ψωμί περιβάλλουν κάποιο άλλο τρόφιμο Το ψωμί μπορεί να είναι σκέτο ή μαζί με κάποιο άρτυμα, για να βελτιωθεί η υφή και η γεύση του. Πέρα από τα αλμυρά σάντουιτς, υπάρχουν επίσης και γλυκά σάντουιτς, όπως με ζελέ και φυστικοβούτυρο. Τα σάντουιτς είναι δημοφιλής τύπου φαγητού για ένα γεύμα. Σερβίρεται ζεστό ή κρύο. Το σάντουιτς θεωρείται ότι πήρε το όνομά του από τον Τζον Μοντάγκου, 4ο κόμη του Σάντουιτς (1718-1792), εξαιτίας του ισχυρισμού ότι είναι ο εφευρέτης αυτού του τύπου φαγητού.Σήμερα το σάντουιτσ αποτελεί μέρος της διατροφής- σύγχρονου τρόπου ζωής που ήρθε για να καλύψει τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου . Καλύπτει τις ανάγκες ενός κολατσιού , μειώνει τον απαιτούμενο χρόνο παρασκευής μαγειρέματος αλλα κι τις ανάγκες εκείνων που θέλουν μία έτοιμη τροφή και δέν διαθέτουν τον απαιτούμενο χρόνο μαγειρέματος .
Η πιό κλασική μορφή του στην Φλώρινα είναι το σάντουιτσ με κεμπάπια ( σουτζουκάκια στην σχάρα) . Στήν συνέχεια θα κάνω μία χρονογραφική αναφορά απο τα όσα θυμάμαι αλλα και μου έχουν διηγηθεί φίλοι μου . Μέχρι και την Δεκαετία του 1970 - 1980 Τα πρώτα καταστήματα εστίασης ( η σαντουιτσάδικα) όπου έκανε την εμφάνιση του το κλασικό Φλωρινιώτικο σάντουιτσ με κεμπάπια ήταν του κ.Σαράντη ( στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου -αργότερα στην οδό Ταγματάρχου Φουλεδάκη) αλλα και του κΜπέλκα ( στην πλατεία Καραβίτη) κι αργότερα στην κεντρική πλατεία σε κατάστημα πολυκατοικίας επι της οδού 25ης Μαρτίου . Σερβίριζαν το γνωστό ψωμάκι για σάντουιτσ με κεμπάπια ( σουτζουκάκια) που έψηναν σε σχάρα με κάρβουνα και προσθέταν ντομάτα μουστάρδα κέτσαπ κρεμμύδι αλάτι η και καυτερό πιπέρι ( μπούκοβο ) αναλόγως της προτιμήσεως του πελάτη. Σάντουιτς με κεμπάπια πουλούσε κι ένα άλλο κατάστημα στην οδό Παύλου Μελά ( στον σημερινό πεζόδρομο) απέναντι απο το ζαχαροπλαστείο Ολύμπιον στο ισόγειο παλαιάς κατοικίας , πρίν ανοικοδομηθούν πολυκατοικίες . Υπήρχαν και άλλα καταστήματα που πουλούσαν απλό η ανάμεικτο σάντουιτσ με κασέρι - μουρταδέλα. Το ένα πλησίον του κινηματοθέατρου Ελληνίς και το άλλο επίσης στον πεζόδρομο ( του κ.Μιχάλη ) ακριβώς δίπλα απο το ζαχαροπλαστείο Ολύμπιον. Αυτά πουλούσαν και άλλα είδη όπως ξηρούς καρπούς . Επίσης στα κυλικεία του Γυμνάσιων Λυκείων πουλιόνταν σάντουιτσ απλό η ανάμεικτο αλλα και ο φούρναρης ( οι παλαιότεροι τον θυμόμαστε με το όνομα κάλες) ο οποίος με μία τρίκυκλη μοτοσυκλέτα ΜΕΒΕΑ που είχε καρότσα πουλούσε σάντουιτσ ( 2 φέτες ψωμί) με κασέρι ή και σαλάμι σκορδάτο .Παράλληλα και τα αρτοποιία της πόλης φρόντιζαν να καλύπτουν τις ανάγκες των σαντουιτσάδικων με τις αναγκαίες πόσοτητες του μικρού ψωμιού για σάντουιτσ .Υπήρχε ζήτηση στους φούρνους της πόλης και απο απλούς πελάτες , κυρίως γονείς που παρασκεύαζαν σάντουιτσ ανάμεικτο η απλό στο σπίτι, σάν κολατσιό στα διαλλείματα των σχολικών μαθημάτων . Πέραν αυτών υπάρχαν και σαντουιτσάδικα - ψησταριές που πουλούσαν ψωμάκι σάντουιτσ με γύρο με κυριότερο του κ.Μπομπότα Απόστολου στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου ( πλησίον Εθνικής Τραπέζης) ο οποίος πουλούσε επίσης ψητά κοτόπουλα , αρνιά και μερικές ημέρες κοκορέτσι. Σάντουιτσ ψωμάκι με γύρο πουλούσαν ένα γωνιακό ψητοπωλείο - σαντουιτσάδικο επι της κεντρικής πλατείας με τα κανόνια με οδο Μεγάλου Αλεξάνδρου -γνωστό ώς σαντουιτσάδικο του "αστυνόμου" αργότερα της οικ.Λόλη και ένα επι της οδού 25ης Μαρτίου ( ψησταριά του Παυλάρα) Το πρώτο σαντουιτσάδικο με αραβικού τύπου πίτα με κεμπάπια η γύρο ήταν στην συμβολή των οδών Στεφάνου Δραγούμη με Νικολάου Χάσου ( στο σημερινό φανάρι ) στο γωνιακό κατάστημα της οικ. Σαπουντζή Το κλασσικό ¨πιτόγυρο" έμεινε αναλοίωτο μέχρι σήμερα και η σύνθεση αποτελείται απο αραβική πίτα η ψωμάκι, χοιρινό ψητό,ντομάτα, τηγανητές πατάτες, αρτήματα σάλτσα μουστάρδα , γιαουρτοσκόρδιο τζατζίκι, σαλάτες αλοιφές, κρεμμύδι και για τους μερακλήδες και με πιπέρι καφτερό - μπούκοβο. Δεκαετία 1980 -1990 Η δεκαετία αυτή ξεκίνησε με την ίδια περίπου εικόνα ( ψωμάκι σάντουιτσ με κεμπάπια) με αντιπροσωπευτικότερο το σαντουιτσάδικο του Φώτη όπου αρχικά ήταν σε ισόγειο κατάστημα επι της Οδού Παύλου Μελά (σημ πεζόδρομο) και αργότερα μέχρι σήμερα στην οδό Σαρανταπόρου. Τήν εποχή εκείνη, η άυξηση του φοιτητόκοσμου, τα φανταράκια κατα την έξοδο τους, η αυξημένη παρουσία ανθρώπων απο άλλες πόλεις που εργάζονταν ή ζούσαν μόνιμα η περιστασιακά στην Φλώρινα,οι περισσότερες εβδομαδιαία έξοδοι της νεολαίας και γενικά η αύξηση των ανθρώπων πληθυσμιακά μέσα στην πόλη ( αστυφιλία) οδήγησαν στην παράλληλη άυξηση του πελατολογίου των σαντουιτσάδικων, στην αλλαγή της ποιότητας, ποικιλίας - μορφής του πρόχειρου αυτού φαγητού το οποίο σταδιακά αλλαξε , έγινε θα έλεγα πιό σύνθετη . Τότε έκανε την εμφάνιση το στρογγυλό ψωμάκι σάντουιτς με μπιφτέκι , το γνωστό hamburger . Έγινε γνωστό κυρίως απο το οβεληστήριο "Η Γερμανίδα" στην οδό Παύλου Μελά λίγο πιό κάτω απο ξενοδοχείο Ελληνίς όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα στον σημερινό πεζόδρομο, στην ίδια οδό , άνοιξαν νέα καταστήματα γρήγορου φαγητού , τα "σαντουτσάδικα" όπως τα λέγαμε. Ένα εξ αυτών κοντα στην διασταύρωση των οδών Παύλου Μελά με Σαρανταπόρου ήταν του κ.Βασίλη Λαζένη και της οικ.Δαιρετζή , οι οποίοι προχώρησαν στην παρασκευή ενός τεράστιου σάντουιτσ γνωστό ώς "γλώσσα της πεθεράς" η "γλώσσα της νύφης" αντίστοιχα. Οι "γλώσσες " δέν ήταν τίποτα άλλο απο μία μεγάλη μπαγιέτα ψωμιού όπου έβαζαν ποικιλία αλλαντικών κασεριών ντομάτα πατάτες τηγανητές , σαλάτες λαχανικών, σάλτσα , μουστάρδα, σαλάτες "αλοιφές" διάφορες ( τυροκαφτερή , πάπρικα κ.α) όπως και σαλάτα με πιπεριά φλωρίνης. Θα έλεγα ήταν η συνέχεια του απλού σάντουιτσ με κασέρι -μουρταδέλα . Έγιναν ανάρπαστες σάν ένα τεράστιο χορταστικό σάντουιτσ και άφησαν το δικό τους χνάρι στην τοπική γευσιγνωσία με τις ονομασίες αυτές απο την εποχή εκείνη μέχρι σήμερα. Στα τέλη περίπου της δεκαετίας 1970 αρχές 1980 έκανε την εμφάνιση του το ψημένο σάντουιτσ με κασέρι - μουρταδέλα αναμεικτο η απλό, το γνωστό τόστ.Το πρώτο τοστάδικο ήταν της οικ.Νίκου Μπραγιάντση στην αρχή της οδού Παύλου Μελά (απέναντι απο το ζαχαροπλαστείο οικ.Σταυρόπουλου) και της οικογένειας Αγγελόπουλου ( νυν ζαχαροπλαστείο επι του σημερινού κεντρικου πεζόδρομου) . Τότε δέν υπήρχε η γνωστή τοστιέρα διαθέσιμη στα καταστήματα ηλεκτρικών συσκευών παρα μονάχα επαγγελματικού τύπου , η οποία αργότερα υπήρχε σε κάθε σπίτι. Το τόστ ήταν διαθέσιμο κατα περίπτωση και σε διάφορα άλλα καταστήματα εστίασης και διαδόθηκε πολύ γρήγορα . Γνωστό τόστάδικο της εποχής ήταν της οικογένειας Τρόκα. Δεκαετία 1990 μέχρι σήμερα Άνοιγαν , έκλειναν , ξανανοιγαν νέα σαντουιτσάδικα στην πόλη Κυρίως στο κέντρο όπου σύχναζαν νεολαία, φοιτητές αλλα και μεγαλύτερης ηληκίας καταναλωτές αλλα και στην δημοτική αγορά . Οι ποικιλίες του σάντουιτσ παρέμειναν θα έλεγα σταθερές με κάποιες διαφοροποιήσεις στην σύνθεση με χαρακτηριστικότερο το ζαχαροπλαστείο - σαντουιτσάδικο Fresh σε παράδρομο του κεντρικού πεζόδρομου ( πλησίον του παλαιού σινεμά Ολύμπιον σημ σούπερ μάρκετ) όπου σερβιρε σάντουιτσ με κοτόπουλο , ποικιλία σαλατών , γλυκά κ.α. είδη ζαχαροπλαστείου. Το 2000 έκανε την εμφάνιση του υποκατάστημα GOODYS της γνωστής αλυσίδας καταστημάτων γρήγορου φαγητού στον πεζόδρομο ) σε μεγάλο γωνιακό κατάστημα ( Τυρνόβου με Πάυλου Μελά) το οποίο σερβίριζε στους μικρους και μεγάλους πελάτες ποικιλία γνωστών σάντουιτσ, χάμπουργκερ, πίτα με γύρο η κοτόπουλο, ζυμαρικά, κλάμπ σάντουιτσ , παιδικό πακέτο με αρκουδάκι δώρο κ.λ.π. Έκλεισε απότομα την λειτουργία του τον χειμώνα του 2011 προς 2012.Το καταναλωτικό κοινό πέραν απο τα σάντουιτσ έστρεψε την προτίμηση του και σε άλλα είδη έτοιμου φαγητού όπως οι παραδοσιακές πίτες ή κρέπες. Διαχρονικά στο μενού των σαντουιτσάδικων συνυπήρχαν σάντουιτσ ( αρχικά σε ψωμάκι αργότερα σε αραβική πίτα ) με λουκάνικα χωριάτικα ,πιπερόνε , κοτολουκάνικα, φρανκφούρτης βραστά η ψητά. Μετά το 2014 έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα χάμπουργκερ με μπιφτέκι βουβαλίσιο όπου σερβίροντε στο κλάμπ Liberty ( κεντρική πλατεία -πεζόδρομος) συγκεκριμένες ώρες κάθε ημέρα. Απο το 2000 αλλά και νωρίτερα σε αρκετά σαντουιτσάδικα και όχι μόνο ( πιτσαρίες, ψητοπωλεία , εστιατόρια ,ζαχαροπλαστεία, κρεπερί, ταβέρνες, τυροπιτάδικα) οι ιδιοκτήτες στράφηκαν και στην διανομή έτοιμου φαγητού κατ οίκον προσαρμοζόμενοι στην νέα τάση πωλήσεων . Ο γνωστός ντελιβεράς έδωσε νέα δυναμική στις πωλήσεις όπου με ένα τηλεφώνημα παραδίδει με ένα μηχανάκι η μικρό αυτοκίνητο το σάντουιτσ η κάποιο άλλο είδος έτοιμου φαγητού στον καταναλωτή με την απόδειξη στο χέρι σε λίγα λεπτα της ώρας στο σπίτι ή στο χώρο εργασίας του. Η εξελικτική πορεία του σάντουιτσ ανέδειξε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος αγάπησε αυτο το καταναλωτικό προιόν .Τον απάλλαξε απο το μαγείρεμα ειδικά όταν ο χρόνος είναι πιεστικός και χάρισε στον καθένα ένα γευστικό πρόχειρο φθηνό φαγητό. Αναδειχθηκε η εφευρετικότητα, η τοπική γευσιγνωσία (κεμπάπια Φλωρίνης) , ,.η επιχειρηματική δημιουργικότητα αλλα και το ταλέντο του κάθε παρασκευαστή έτοιμου φαγητού. Δέν αντικατέστησε το σπιτικό φαγητό, την τοπική κουζίνα , το μαγείρεμα αλλα ήρθε για να συμπληρώσει το κενό που δημιούργησε ο συγχρονος τρόπος ζωής των ανθρώπων στην πόλη στην απλή καθημερινότητα του. Ανέδειξε τα φημισμένα κεμπάπια Φλωρίνης στους επισκέπτες αλλα και την σαλάτα πιπεριάς Φλωρίνης ώς συμπλήρωμα στο σάντουιτσ. Παράλληλα εισήγαγε νέες τάσεις γευσιγνωσίας άλλων τόπων όπως είναι το χάμπουργκερ - ψωμάκι με μπιφτέκι το οποίο κι αυτό προυπήρχε σε άλλη μορφή ονομασία παλαιότερα ώς ψωμί με μπουρέκι Μπορεί η διατροφολόγοι να συνιστούνε (και πολύ σωστά) να αποφεύγουμε καθημερινά τα σάντουιτσ η την συνήθεια της ταχυφαγίας απο τα FastFood γιατί αυξάνουν την χοληστερίνη , τα τριγλυκερίδια, το σωματικό βάρος κλπ αλλα ποιός δέν αρνήθηκε ένα σάντουιτσ ; μία πίτα με γύρο; ένα χάμπουργκερ; ένα κλασικό Φλωρινιώτικο σάντουιτσ με κεμπάπια ; ένα σάντουιτσ με "σαλάτα κηπουρού" όταν περνάμε απο το γυράδικο του Λόλου ; Όπως και να έχει το ψωμί με τυρί και ντομάτα στα διαλλείματα εργασίας η στον ελεύθερο χρόνο , αντικαταστάθηκε πλέον απο τα σάντουιτσ και λοιπά προσφερόμενα είδη

Αυτή σε γενικές γραμμές ήταν η ιστορία του σάντουιτσ  στην Φλώρινα την οποία πολύ καιρό ήθελα να μοιραστώ μαζί σας γιατί καταγράφει διαχρονικά μέρος απο τις διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων έτσι όπως διαμορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην μικρή πόλη μας.