Φύση Dark Rouge
Βδομάδες λαχταρούσα να ανέβω στην κορυφή της αρμονίας. Πολλά μεσημέρια κοιτούσα από το παράθυρο την χιονισμένη φιγούρα της κορυφογραμμής σκεπασμένη από τις νεφέλες τα χιόνια και την ομίχλη.Εχθές δεν άντεξα αποφάσισα να αποδράσω και πάλι . Λευκές νότες ανθών στην αντίκρυ βυσσινιά του γείτονα , παιχνιδίσματα του ήλιου ανάμεσα στα σύννεφα και το φουσκωμένο γεμάτο νερό ποτάμι από λιωμένα χιόνια των βουνών λές και με προσκαλούσε η φύση να σκαρφαλώσω στην βουνίσια αγγαλιά της.
Ξεκινώντας από το ξωκλήσι όπου όλο τον χειμώνα άναβα το καντηλάκι μου στον Άγιο ανηφόρισα στα δικά μου μονοπάτια..Φανερό ήταν το πέρασμα του βαρύ χειμώνα στο δάσος, στα αποσυνθεμένα φυλλοχώματα , στα βρύα σε βράχους σε δένδρα.Τα δεκάδες ρυάκια από τα λιωμένα χιόνια ακούγονταν το κελάρισμα παρέα με τα δειλά τιτιβίσματα των πουλιών στο δάσος. Λίγα έως ελάχιστα ίχνη ανθρώπων έβλεπα εν αντίθεση με τα ίχνη ζώων που είχαν περάσει ψάχνοντας στην σιωπή του χιονιού απεγνωσμένα τροφή .Όσο ανηφόριζα όλο μου έρχονταν σαν παλιό φίλμ φωτογραφικής κάμερας εικόνες από τα θερινές μοναχικές αποδράσεις μου εκεί ψηλά στην κορυφή της αρμονίας.
Ξεκινώντας από το ξωκλήσι όπου όλο τον χειμώνα άναβα το καντηλάκι μου στον Άγιο ανηφόρισα στα δικά μου μονοπάτια..Φανερό ήταν το πέρασμα του βαρύ χειμώνα στο δάσος, στα αποσυνθεμένα φυλλοχώματα , στα βρύα σε βράχους σε δένδρα.Τα δεκάδες ρυάκια από τα λιωμένα χιόνια ακούγονταν το κελάρισμα παρέα με τα δειλά τιτιβίσματα των πουλιών στο δάσος. Λίγα έως ελάχιστα ίχνη ανθρώπων έβλεπα εν αντίθεση με τα ίχνη ζώων που είχαν περάσει ψάχνοντας στην σιωπή του χιονιού απεγνωσμένα τροφή .Όσο ανηφόριζα όλο μου έρχονταν σαν παλιό φίλμ φωτογραφικής κάμερας εικόνες από τα θερινές μοναχικές αποδράσεις μου εκεί ψηλά στην κορυφή της αρμονίας.
Στο μονοπάτι του παραδείσου μία δασώδης χαρακτηριστική σιωπή , ένα θρόισμα΄, αναλαμπές ηλιακού φωτός ανάμεσα στα δένδρα , δύο γυμνά δένδρα σφιχταγκαλιασμένα σαν να ήταν ερωτευμένα , από την ρίζα μέχρι την κορυφή των κλαδιών τους, κάποιες σκόρπιες φωνές πουλιών από τις φωλιές τους, το παιχνίδισμα φωτός στα σύννεφα, ο θόρυβος από το σπάσιμο πεσμένων κλαδιών σαν περπατούσα , η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος με τις φλοκάτες πευκοβελόνων που το κάλυπταν πλημμύριζαν ευτυχισμένα όλες τις αισθήσεις .
Στο πευκόδασος με τα παλιά νταμάρια και τα ξεχασμένα τα σκεπασμένα απο φυλλόχωμα χαρακώματα , τα ερειπωμένα πολυβολεία ένας γνώριμος ήχος πάνω από τις αγκαλιές των κλαδιών των πεύκων με καλωσόριζε στην περιοχή του.Ήταν μία καφέ μεγάλη φιγούρα με ανοιγμένα τα φτερά της η
οποία διέσχιζε τις κορυφές των πέυκων. Ήταν μία αετογερακίνα που ιχνηλατούσε την ανθρώπινη παρουσία μου στο πευκόδασος εκείνο. Ανηφόριζα σε ένα σκεπασμένο μονοπάτι από πέτρες φυλλόχωμα σπασμένα κλαδιά μόλις που διέκρινες την διασκελιά του. Από εμπειρία από συνήθεια ανηφόριζα το μονοπάτι εκείνο.Παρά το δύσβατο του εδάφους, η λαχτάρα, ο καημός μου να ανεβώ στην κορυφή, έσβηναν από το μυαλό το λαχάνιασμα, τον ιδρώτα που έβρεχε στα βλέφαρα και την κούραση στο σώμα μου.
Έντονο ήταν το πέρασμα του χειμώνα , του χιονιά όπως και του χρόνου από την τελευταία φορά που είχα ανηφορίσει σε εκείνο το λατρεμένο μυστικό μου τόπο. Τσακισμένα δένδρα πεσμένα αδύναμα στο χώμα, νέα ρυάκια σχηματίσθηκαν να απωθήσουν τα νερά από τα λιωμένα χιόνια. Μέχρι και καθίζηση κομματιού μίας πλαγιάς διαπίστωσα από το βάρος και την ορμητικότητα των βουνίσιων χειμάρρων. Νεκρές πηγές ύδατος ανέβλυζαν τρεχούμενο παγωμένο νερό από τα έγκατα του βουνού .Κοντοστάθηκα , γέμισα το μπουκαλάκι με νερό βουνίσιο απ την πηγή Περιεργαζόμουν , μελετούσα την φύση του δάσους που τόσο είχα επιθυμήσει σαν τον ξενιτεμένο που αναπολεί το σπίτι του , την πατρίδα, το στοργικό χάδι της μάνας την συμβουλή του πατέρα, την κάπνα από την εστία του πατρικού σπιτιού του. Σάν τον θαλασσοδαρμένο Οδυσσέα που αντίκρισε για τελευταία φορά την λατρεμένη του Ιθάκη. . Σάν το γερασμένο πολεμιστή ήρωα των βουνών αυτών που νοσταλγεί τους φίλους συμμαχητές του που δεν πρόλαβαν να γεράσουν και έμειναν για πάντα έφηβοι να πάλλονται αόρατες φιγούρες στο αέρα , να μουρμουρίζουν σιωπηλά σαν το θρόισμα του νοτιά στις γυμνές βελανιδιές , οξυές ή πεύκα μια και το νήμα της ζωής τους κόπηκε στα ξεχασμένα νταμάρια του βουνού εκείνου για μία Ιερή Ιδέα .
Λίγα μέτρα παραπάνω ξετυλίχθηκε το μεγαλείο της φύσης, εκείνου του γαλανού ουρανού με τις κορυφογραμμές να απλώνονται παρέα με τις λίμνες στον ορίζοντα σαν τις πανέμορφες νεράιδες από κάτω .Λοξοδρόμησα για λίγο ανέβηκα σε ένα μικρό ύψωμα. Ανακάλυψα και άλλα δύο πέτρινα ίχνη των προγόνων ηρώων θαμμένα στα αγριόχορτα ανάμεσα στα δένδρα .Μοναδικό πέρασμα με εξαιρετική οπτική κατόπτευση όλης της γύρω περιοχής. Στο αντίκρυ ύψωμα κάποιες φιγούρες ζώων που έβοσκαν αμέριμνα έσπαγαν την γκριζοκαφέ σύνθεση του δασωμένου δάσους. Το ίδιο και οι φωνές δύο αετών που προσπαθούσαν πετώντας αντίθετα από τον άνεμο να ανυψωθούν ...;
Κάθισα και αγνάντευα από την κορυφή της γαλήνης της αρμονίας όλη την πλάση. Χιονοσκέπαστες μακρινές κορυθαί0λες νεφελοσκεπής οροσειρές περικύκλωναν τις πεδιάδες τα χωράφια τα χωριουδάκια και τις πόλεις. Μόλις φαινότανε ο Μύτικας και ο λευκοντυμένος Όλυμπος στο βάθος. Αχτίνες του ήλιου τρύπαγαν τα γκρίζα σύννεφα μέσα από γαλάζιες κενές ανταύγειες.. Μία φιγούρα ανθρώπου με πλησίασε και με χαιρέτισε στην γαλήνια ερημιά της κορυφής μου. Το βλέμμα του έδειχνε παρά το λαχάνιασμα το κοινό συναίσθημα που μοιραζόμασταν ...; την ευτυχία που ζούσαμε στο σημείο εκείνο. Με προσπέρασε έφυγε χάθηκε στην σιωπή . Ακολούθησα τα ίχνη των ζώων του τόπου εκείνου.
Μελωδικοί ήχοι φλογέρας ταξίδευαν αντηχούσαν στα βράχια εκείνα .¨Ηταν ένας ποιμένας με το κοπάδι του που έπαιζε φλογέρα λίγα μέτρα στην απότομη πλαγιά παρακάτω. Κουρτίνες βροχής μακριά σαν ζωγραφιά της φύσης έκλειναν το κάδρο του φυσικού μεγαλείου. Καθαρός αέρας πλημμύρισε μαζί με ευτυχία τα πνευμόνια την ώρα εκείνη.
Άρχισε το ψιχάλισμα , ένιωθα σαν ευλογία τις ψιχάλες εκείνες. Κάτω από τα δένδρα πήρα το μονοπάτι της επιστροφής αναγεννημένος γεμάτος θετική ενέργεια στην σκέψη να αντιμετωπίσω ότι με περιμένει στο τσιμεντένιο κόσμο των αριθμών και των αποξενωμένων πλέον ανθρώπων.. Πήρα βαθειά ανάσα και κατηφόρισα , σε λίγο η ημέρα θα έκλεινε τον κύκλο της και θα διαδεχόταν την θέση της η νύχτα, Κι όμως κάποτε θα έρθει Δήμητρα γλυκιά πατρίδα η θυγατέρα σου Περσεφόνη εκεί από τον κάτω κόσμο που είναι τωρα φυλακισμένη, σαν την γλυκιά Ελλάδα μας, στα θεοσκότεινα σύγχρονα σπήλαια του ¨Αδη των οικονομικών εθνικών αγχόνων αλλα και των σημερινών δίποδων όντων που λέγονται ακόμη ευρωπαίοι αποκομμένοι από την ιστορία τους. Πνιγμένοι στον υλισμό Μασκαρεμένοι στο εθνικοκοινωνικό σάβανο, συσκευασμένοι στο νεκροθάλαμο του πνευματικού σκοταδισμού τους
Βουνίσιος Ακτιβιστής